lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βάθρο

Λεξικό: αγγλικά βάθρο
Μεταφράσεις: base, basin, basis, groundwork, station, pedestal, plinth, backbone, background, basic, essence, essentials, footing, foundation, framework, fundamental, ground, grounding, keystone, mainstay, radix, root, stake, substratum, substructure, trail
βάθρο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: báze, pata, podklad, předpoklad, spodek, úpatí, základ, základna, základy, zásada, podstavec, sokl, dno, důvod, podstata, pozadí, příčina, půda, stopa, území, zem, zemina
βάθρο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: base, basis, grundlage, grundzahl, stutzpunkt, stützpunkt, fuß, sockel, anhalt, boden, erdboden, erde, gestell, grund, grundlinie, land, prinzip, untergeschoss
βάθρο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bas, basis, sokkel, base, fundament, grund, grundlag, holdepunkt, jord, land, underlag
βάθρο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: base, basamento, neto, zócalo, cimiento, fondo, fundamento, pedestal, principio, rudimento, soporte, tierra
βάθρο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assise, base, embase, plinthe, scabellon, socle, soubassement, fond, fondement, pied, piédestal, rama, terre, tréteau
βάθρο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: base, zoccolo, fondale, fondamento, fondo, piedistallo, sfondo, suolo, terra
βάθρο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bas, basis, grunnlag, sokkel, bakgrunn, base, bunn, fundament, grunn, hjemmel, holdepunkt, underlag
βάθρο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: база, базис, основа, цоколь, земля, основание, первооснова, почва
βάθρο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bas, sockel, basis, fundament, grund, underlag
βάθρο στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: база, базіс, цокаль, аснова, зямля
βάθρο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alusta, kanta, jalusta, sokkeli, kivijalka, maa, maalaji, maaperä, multa, perustus, pohja, taka-ala, tanner
βάθρο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: osnova, baza, pozadina
βάθρο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bázis, alapzat, alap, lábazat, megalapozottság, talaj
βάθρο στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: base, pedestal, causa, chão, fundamento, fundo, planta, solo, suporte, terra, urdidores
βάθρο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: bază
βάθρο στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: база, базис, базовий, базувати, базя, основа, підніжжя, підстава, розташовувати, розташовуватися, розташувати, розташуватися, плінтус, цоколь, авторитет, відання, влада, встановлення, вступ, гарантія, господарство, грант, ґрунт, заклад, засада, засновування, заснування, земля, ініціація, корінь, льох, мотив, опора, підвал, підвалина, підлога, підставу, підстилка, повноваження, поле, прикути, рахунок, сік, установа, установлення, фундамент, фундація, хребет
βάθρο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: baza, cokół, podstawa
βάθρο στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fund
βάθρο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: земя, основание, почва
βάθρο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: maa
βάθρο στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sausuma, žemė
βάθρο στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

βάθρο ετυμολογία, βάθρο του αγρίππα, βάθρο συνώνυμο, βάθρο english, βάθρο γέφυρας, τριγωνομετρικό βάθρο