lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βάζω

Λεξικό: αγγλικά βάζω
Μεταφράσεις: apply, assess, impose, inflict, perch, restrict, spoon, spread, superimpose, superpose, dab, appear, erect, place, put, putt, set, stake, stalemate, stand, adhere, administer, comply, employ, use, discomfort, insert, interfere, interject, interpose, meddle, tamper, adapt, adopt, conform, implement
βάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aplikovat, klást, nasadit, navrstvit, položit, použít, používat, přiložit, sázet, uložit, vršit, budovat, investovat, mít, nalíčit, napřímit, posadit, postavit, poštvat, přichystat, připravit, sestavit, stavět, umístit, usadit, vsadit, vybudovat, vyrovnat, vystavět, vzpřímit, vztyčit, založit, zřídit, podat, praxe, řídit, spravovat, upotřebit, užít, užívat, vést, vykonávat, využít, využívat, zaměstnat, zaměstnávat, zvyk, vložit, zakročit, zařadit, zasadit, zasáhnout, zasahovat, zprostředkovat, adoptovat, osvojit, přijmout, přizpůsobit, upravit, uzpůsobit
βάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anlegen, anwenden, auflegen, aufsetzen, auftragen, benutzen, überziehen, umlegen, vorlegen, vornehmen, zutreffen, ansetzen, aufstellen, bauen, beantragen, herstellen, hinlegen, hinstellen, legen, platzieren, setzen, spendieren, stehen, stellen, vorsetzen, befolgen, verwalten, verwenden, dareinreden, anpassen, bequemen, schmiegen
βάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: benytte, lægge, remise, sætte, stå, stille, administrere, antydning, bruge, tilbringe, anvende, tilpasse
βάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aplicar, echar, imponer, infligir, poner, arrimar, acomodar, acudir, asentar, colocar, empinar, situar, yuxtaponer, administrar, atenerse, emplear, guardar, practicar, usar, utilizar, danzar, intercalar, adaptar
βάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appliquer, entasser, imbriquer, interférer, marger, mettre, superposer, apposer, épauler, dresser, élever, ériger, morguer, placer, poser, prélasser, prendre, rebiffer, redresser, remettre, administrer, convenir, employer, pratique, pratiquer, utiliser, enchâsser, fouiner, immiscer, ingérer, intervenir, jeter, pousser, précipiter, adapter, adopter, conformer, servir, user
βάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: applicare, imporre, sovrapporre, appoggiare, collocare, comparire, giocare, mettere, piazzare, porre, posare, riporre, rizzare, adoperare, amministrare, impiegare, usare, uso, utilizzare, immischiarsi, impicciarsi, intervenire, adattare, adeguare, adottare, uniformare
βάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: pålegge, bidra, legge, reise, satsa, stå, stille, administrere, ansette, antydning, benytte, bruke, etterkomme, vatna, klusse, anvende, tilpasse
βάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: накладывать, налагать, приложить, дерзить, класть, ставить, становить, использовать, применять, ввергать, вталкивать, применить
βάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: belägga, bidra, satsa, använda, användande, efterkomma, efterleva, förvalta, nyttja, tillämpa, utnyttjande, vana, adoptera, använde, införa
βάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zbatoj, vendos, adaptoj
βάζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: накладаць, накладваць, прыстасоўваць, скарыстоўваць, ужываць
βάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asettaa, panna, sovelluttaa, sijoittaa, harjoittaa, käytellä, käyttää
βάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aplicar, infligir, pôr, usar, acomodar, colocar, meter, sentar, situar, administrar, empregar, utilizar, intercalar, adaptar, ajeitar, ajustar
βάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aplica, pune, adapta
βάζω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: викласти, застелити, класти, накладати, накладіть, накривати, накрити, покладати, покласти, положення, положити, постелити, стелити, ввести, вводити, вживати, вжити, використати, використовувати, відрекомендувати, застосовувати, застосувати, застосуйте, застосуйтеся, знайомити, познайомити, практикувати, практикуватися, прикласти, рекомендувати, ставити
βάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nakładać, przyłożyć, stawiać, stosować, wtrącać, zastosować
βάζω στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: asetama, kasutama, kohanema
βάζω στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: állít, jelentkezik, alkalmazni, beavatkozik
βάζω στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: postaviti
βάζω στα σλοβενική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: upravljati, prilagoditi
βάζω στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: naudoti
βάζω στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

βάζω πλυντήριο, βάζω συνώνυμα, βάζω τόνους, βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά, βάζω σε αλφαβητική σειρά, βάζω πλυντήριο.gr, βάζω δαχτυλο, βάζω νερό στο κρασί μου, βάζω τις λέξεις σε αλφαβητική σειρά, βάζω στόχους