lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βάδισμα

Λεξικό: αγγλικά βάδισμα
Μεταφράσεις: gait, motion, pace, stalk, tread, walk, walking, device, manner, means, measure, medium, method, mode, resource, road, sort, way
βάδισμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cesta, chod, chození, chůze, krok, pochod, procházka, rychlost, schod, chování, druh, metoda, móda, obor, obyčej, postup, prostředek, prostřední, průměrný, střední, styl, technika, typ, zdroj, způsob, způsoby
βάδισμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gang, gangart, stufe, tritt, art, form, gattung, manier, maßnahme, methode, mittel, modalität, sorte, verfahren, weise
βάδισμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gang, trin, tur, art, facon, fremgangsmåde, genre, måde, maner, manér, meddel, metode, middel, mode, råd, slag, slags, vis
βάδισμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: andadura, andares, escalón, marcha, arbitrio, camino, clase, especie, estilo, expediente, forma, guisa, manera, método, moda, modo, remedio, sistema, son, suerte, traza, vía
βάδισμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: allure, arrachement, démarche, marche, tour, trać, train, espèce, façon, facture, genre, guise, manière, méthode, mode, moyen, procédé, réglure, ressource, sorte, style, tenue, ton
βάδισμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: andamento, andatura, camminata, marcia, passo, portamento, accorgimento, direzione, fare, foggia, genere, maniera, metodo, mezzo, moda, modalità, modo, risorsa, sistema, sorta, specie, tenore, verso, voga
βάδισμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gang, tritt, art, botemiddel, bruksanvisning, fasong, genre, manér, måte, meddel, metode, middel, mote, råd, ressurs, sætt, sett, slag, vis
βάδισμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: поступь, походка, ступенька, ход, вид, манера, метод, образ, сорт, способ
βάδισμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: gång, genre, manér, medel, råd, sätt, sett, sortera, utväg, vis
βάδισμα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: движение, походка, вид, метод
βάδισμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: паходка, стопень
βάδισμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kõnnak, meetod, viis
βάδισμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: askelma, astunta, käynti, kulku, käytös, keino, laatu, laji, menetelmä, muoti, muoto, sävellaji, tapa, tapaluokka, tyyli
βάδισμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: hod, metoda, moda, način, običaj
βάδισμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: séta, mód, módszer
βάδισμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: eisena, būdas, maniera, metodas, metodika, rūšis
βάδισμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: andar, escalou, paço, passo, campino, costume, espécie, estilo, forma, género, laia, maneira, método, moda, modo, qualidade, sistema
βάδισμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: mers, plimbare
βάδισμα στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: крок, крокувати, прогулянка, простувати, прямувати, темп, хода
βάδισμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chód, sposób
βάδισμα στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mënyrë
βάδισμα στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

βάδισμα θερμίδες, βάδισμα στις μύτες, βάδισμα αρκούδας, βάδισμα στις μύτες των ποδιών, βάδισμα τησ χήνασ, βάδισμα πάπιασ, βάδισμα χήνας, βάδισμα της γάτας, βάδισμα σε διάδρομο, βάδισμα και θερμίδες