lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αύξηση

Λεξικό: αγγλικά αύξηση
Μεταφράσεις: appreciation, rise, uplift, aggrandizement, augmentation, enlargement, expansion, growth, increase, increment, magnification, zoom, shrine, tabernacle, accretion, accrual, augment, build-up, gain, boom, boost, development, escalation, height, raise, risen, rising, rose, stature, upswing
αύξηση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: stoupání, vzestup, vzrůst, zvýšení, narůstání, přibývání, přírůstek, rozmnožení, rozšíření, rozvedení, růst, zvětšení, zvětšenina, zvětšování, nános, postava, rozvoj, vegetace, velikost, vývin, vývoj, vyvolávání, význam, zesílení
αύξηση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anstieg, erhöhung, vergrößerung, vermehrung, wachstum, zunahme, zuwachs, aufstieg, boom, entwicklung, eskalation, gestalt, größe, körpergröße, statur, steigerung, wachstuch, wuchs
αύξηση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: stigning, øgning, tiltagende, vækst, tilvækst, høfde, prisstigning, størrelse
αύξηση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alza, subida, abultamiento, agrandamiento, ampliación, aumento, crecimiento, engrandecimiento, expansión, incremento, creces, estatura, talla
αύξηση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: augmentation, hausse, accroissement, agrandissement, amplification, grossissement, accrue, habitacle, temple, accroît, augment, cru, crue, natalité, revenue, surcroît, aggravation, croissance, développement, multiplication, stature, taille, végétation, venue
αύξηση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aumento, lievitazione, rialzo, salita, ampliamento, espansione, estensione, incremento, ingrandimento, altezza, crescita, statura, sviluppo, svolgimento
αύξηση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: økning, pålegg, stigning, tilvekst, vekst, tillegg, vætt, høyde, oppgang, oppsving, prisstigning, størrelse
αύξηση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: повышение, возрастание, расширение, рост, увеличение, укрупнение, прибежище, приращение, прирост, высота
αύξηση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: höjning, löneförhöjning, ökning, pålägg, påökning, stigning, tillväxt, utvidgning, växt, tillökning
αύξηση στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: nousu, eneneminen, kasvaminen, kasvu, lisäys, lisä, edistyminen, kehittyminen, kehitys, koko
αύξηση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: emelés, emelkedés, fizetésemelés, nagyítás, növelés, gyarapodás, növés, növekedés, szaporodás, szaporulat, fejlesztés
αύξηση στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zvýšenie
αύξηση στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: podwyżka, powiększenie, przybytek, przyrost, wzrost
αύξηση στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: разширение, развитие
αύξηση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: suurenemine, kasv
αύξηση στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: porast, rast
αύξηση στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ampliação, aumento, crescimento, engrandecimento, incremento, subida, medro, altura, estatura
αύξηση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: creştere, mărire, dezvoltare
αύξηση στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: додавання, додання, додаток, доповнення, експансія, збільшення, зростання, зрощення, множення, навальність, нарощення, підвищення, підсилення, підсилювання, побільшення, посилення, поширення, прибуток, примноження, приріст, прирощування, пухлина, ріст, розрив, розростання, розширення, прирощення, виділення, висота, височина, зріст, опрацювання, проростання, розбудова, розвинення, розвиток, розгортання
αύξηση στα ουκρανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прырашчэнне, прырост, прырошчванне, рост
αύξηση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shtat
αύξηση στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, αύξηση τεστοστερόνης, αύξηση στήθους, αύξηση διοδίων, αύξηση μετοχικού κεφαλαίου eurobank, αύξηση διοδίων 2014, αύξηση ωραρίου εκπαιδευτικών, αύξηση μυικής μάζας, αύξηση επισκεψιμότητας, αύξηση στα διόδια