lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αφεντικό

Λεξικό: αγγλικά αφεντικό
Μεταφράσεις: boss, chef, chief, colour-sergeant, head, leader, master, principal
αφεντικό στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hlava, náčelník, přednosta, představený, šéf, vedoucí, zaměstnavatel
αφεντικό στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anführer, boss, chef, leiter
αφεντικό στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: boss, chef, formand
αφεντικό στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: amo, cabeza, caporal, caudillo, jefe, mandatario, patrón
αφεντικό στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chef, patron
αφεντικό στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: capo, capoccia, capoufficio, padrone, principale
αφεντικό στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: sjef
αφεντικό στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: глава, голова, начальник, руководитель, шеф
αφεντικό στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: chef
αφεντικό στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: шеф
αφεντικό στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: начальнік, шэф
αφεντικό στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: boss
αφεντικό στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: esimies, isäntä, päällikkö
αφεντικό στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: šef, vođa
αφεντικό στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: főnök, séf, vezér
αφεντικό στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: meistras, šeimininkas, viršininkas
αφεντικό στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amo, chefe, comandante, dono, patrão, patroa, principal, senhor
αφεντικό στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: şef
αφεντικό στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: poglavar, šef
αφεντικό στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: великий, вождь, губернатор, командир, комендант, наглядач, начальник, патрон, правитель, шеф, шефе
αφεντικό στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: szef
αφεντικό στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αφεντικό ετυμολογία, αφεντικό ονειροκρίτης, αφεντικό για σκότωμα, αφεντικό στα αγγλικά, αυθεντικό συνώνυμα, αφεντικό meaning, κακό αφεντικό