lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αφήνω

Λεξικό: αγγλικά αφήνω
Μεταφράσεις: administer, afford, allow, equip, give, graft, let, embark, launch
αφήνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dát, dávat, nechat, nechávat, odevzdat, plodit, podat, poskytnout, poskytovat, pronajmout, rodit, rozdávat, udat, věnovat, způsobit, dopouštět, dopustit, dovolit, dovolovat, připustit, umožnit, povolit, pustit
αφήνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: applizieren, bieten, eingegeben, erlauben, erteilen, geben, lassen, machen, verleihen, gestatten, leisten, ausgehen
αφήνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gi, give, la, løslade, samtykke, tillade, slippe
αφήνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aportar, dar, dejar, dispensar, donar, facilitar, ofrecer, permitir, prestar, procurar, regalar, soltar
αφήνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bailler, donner, ficher, laisser, médicamenter, prêter, rendre, déteindre, lâcher
αφήνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dare, impartire, lasciare, consentire, permettere
αφήνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avkasta, gi, la, yte, samtykke, tillate, slippe
αφήνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: давать, разрешать, изволить, позволить, разрешить, отпускать, пускать
αφήνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avkasta, låta, tillåta
αφήνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: le, lejoj
αφήνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аддаваць, дазволіць
αφήνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: andma
αφήνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: antaa, jättää, laskea, sallia
αφήνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ad, adni, enged, beenged, elenged, engedni, hajt, kienged, kiereszt
αφήνω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: duoti
αφήνω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: dar, deixar, dopar, entregar, largar, ministrar, permitir, prestar, refugiar, regalar, aquiescer, consentir
αφήνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dať
αφήνω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: давати, дайте, дарувати, дарунок, дозволений, дозволити, дозвольте, дозволяти, забезпечити, забезпечтеся, забезпечувати, здавати, зичити, надайте, наділити, наділяти, нехай, нинішній, обладнати, обладнувати, передавати, передати, передбачати, передбачити, подарувати, подарунок, позичати, позичити, помістіть, поставити, поставляти, постачання, постачати, представити, представляти, презентувати, придавати, придати, присутній, споряджати, спорядити, спорядіть, сучасний, теперішній, хай, позволити
αφήνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dawać, pozwolić, puszczać
αφήνω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dopustiti
αφήνω στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dovoliti
αφήνω στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

αφήνω συνώνυμα, αφήνω το γόνο να γίνει γονιός, αφήνω γεια στις όμορφες, αφήνω το πεδίο ελεύθερο, αφήνω πίσω στην καρδιά μου, αφήνω γεια στη γειτονιά, αφήνω χαίτη, αφήνω γεια, αφήνω στα αρχαία, αφήνω γεια στη μάνα μου