lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αυτοπεποίθηση

Λεξικό: αγγλικά αυτοπεποίθηση
Μεταφράσεις: affiance, confidence, faith, trust, trustfulness, belief, credence, credit, dependence, reliance, confession
αυτοπεποίθηση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: důvěra, spolehnutí, víra, důvěryhodnost, kredit, přesvědčení, spoléhání, úvěr
αυτοπεποίθηση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: vertrauen, zuversicht, darlehen, glaube, kredit, religion, geständnis
αυτοπεποίθηση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: religion, tillid, tiltro, kredit, lift, tro
αυτοπεποίθηση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: confianza, confidencia, crédito, fe, religión
αυτοπεποίθηση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: confiance, foi, crédit, croyance, confidence
αυτοπεποίθηση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affidamento, fede, fiducia, assegnamento, credito, fido, confidenza
αυτοπεποίθηση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: godtroenhet, lit, selvtillit, tillit, tiltro, kreditt, tillitt, tro, bikt
αυτοπεποίθηση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: доверие, доверчивость, упование, вера, кредит, признание
αυτοπεποίθηση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lit, förtroende, tillit, tilltro, tro, bekännelse, bikt, tillförsikt
αυτοπεποίθηση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: доверие, кредит, религия
αυτοπεποίθηση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: usaldus, usk
αυτοπεποίθηση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: luottamus, usko, luotto
αυτοπεποίθηση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: povjerenje, vjera
αυτοπεποίθηση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bizakodás, bizalom
αυτοπεποίθηση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: confiança, confidencia, crédito, fé, religião, prestigio
αυτοπεποίθηση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dôvera
αυτοπεποίθηση στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ufność, zaufanie, zwierzenie
αυτοπεποίθηση στα πολωνική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kreditas, paskola, tikėjimas
αυτοπεποίθηση στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: credinţă
αυτοπεποίθηση στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: віра, вірування, впевненість, довіра, довіру, залежність, ймовірність, кредит, кредитний, кредитувати, певність, полягання, траст, визнання, вступ, доступ, заклад, запорука, застава, зізнання, освідчення, підтвердження, признання, прийняття, припущення, розписка, розпізнавання, сповідь
αυτοπεποίθηση στα ουκρανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прызнанне
αυτοπεποίθηση στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

αυτοπεποίθηση στα παιδιά, αυτοπεποίθηση αποφθέγματα, αυτοπεποίθηση ορισμός, αυτοπεποίθηση αυτοεκτίμηση, αυτοπεποίθηση παιδιού, αυτοπεποίθηση αντώνυμο, αυτοπεποίθηση η τέχνη ν’ αποκτάσ αυτά που θέλεισ rob yeung, αυτοπεποίθηση η τέχνη ν’ αποκτάς αυτά που θέλεις, αυτοπεποίθηση συνώνυμα, αυτοπεποίθηση τεστ