lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αυτονομία

Λεξικό: αγγλικά αυτονομία
Μεταφράσεις: autonomy, autarchy, freedom, independence, self-government
αυτονομία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: samospráva, nezávislost, samostatnost, svoboda
αυτονομία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: autonomie, eigenständigkeit, selbständigkeit, selbstverteidigung, freiheit, selbstständigkeit, unabhängigkeit, selbstverwaltung
αυτονομία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: autonomi, selvstyre, frihed, uafhængighed
αυτονομία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: autonomía, independencia, libertad, autogestión
αυτονομία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: autonomie, self-government, indépendance, insoumission, liberté
αυτονομία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: autonomia, indipendenza, libertà
αυτονομία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: autonomi, selvstyre, frihet, selvstendighet, uavhengighet
αυτονομία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: автономия, независимость, свобода, самоуправление
αυτονομία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: autonomi, självstyre, oberoende
αυτονομία στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: автономия, свобода
αυτονομία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аўтаномія, незалежнасць
αυτονομία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: autonoomia, iseseisvus, vabadus
αυτονομία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: itsehallinto, itsenäisyys, vapaus
αυτονομία στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: autonómia, függetlenség, önigazgatás, önkormányzat
αυτονομία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: autonomija, laisvė, nepriklausomybė
αυτονομία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: autonomia, liberdade
αυτονομία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: autonomie
αυτονομία στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: автономія, відділення, воля, загін, незалежність, самостійність, свобода
αυτονομία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: autonomia, niezależność, samorząd
αυτονομία στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: liri
αυτονομία στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nezavisnost, sloboda
αυτονομία στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

αυτονομία θέρμανσης, αυτονομία συνώνυμο, αυτονομία κρήτης, αυτονομία της βορείου ηπείρου, αυτονομία σχολικής μονάδας, αυτονομία και πολιτική ανυπακοή στον κυβερνοχώρο, αυτονομία ή βαρβαρότητα, αυτονομία σωμάτων καλοριφέρ με την προσαρμογή ηλεκτρικής αντίστασης, αυτονομία σωμάτων καλοριφέρ, αυτονομία θέρμανσης σε παλιές πολυκατοικίες