lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αυταρχικός

Λεξικό: αγγλικά αυταρχικός
Μεταφράσεις: bossy, commanding, domineering, hegemonic, highhanded, high-handed, imperious, lordly, masterful, supercilious
αυταρχικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: panovačný, velitelský
αυταρχικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gebieterisch
αυταρχικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: enerådig, myndig
αυταρχικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: absorbente, dominante, imperativo, imperioso, magistral
αυταρχικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: autoritaire, impérieux
αυταρχικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: imperioso
αυταρχικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: enerådig, mektig, myndig
αυταρχικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: властен, властны, властный
αυταρχικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: myndig
αυταρχικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: уладарны, уладны
αυταρχικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: käskevä
αυταρχικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: dominante, imperativo, imperioso
αυταρχικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: автократичний, владний, диктаторський, доконечний, категоричний, могутній, нагальний, панування, пильний, самодержавний
αυταρχικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: władczy
αυταρχικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αυταρχικός συνώνυμο, αυταρχικός συνώνυμα, αυταρχικός πατέρας, αυταρχικός δάσκαλος, αυταρχικός ηγέτης, αυταρχικός εκπαιδευτικός, αυταρχικός χαρακτήρας, αυταρχικός σύντροφος, αυταρχικός λεξικό, αυταρχικόσ καπιταλισμόσ