lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αυλόπορτα

Λεξικό: αγγλικά αυλόπορτα
Μεταφράσεις: archway, doorway, gate, gateway, portal, bar, barrage, barrier, block, dam, dike, dyke, firewall, heck, sluice, snag
αυλόπορτα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: brána, dveře, portál, vrata, závora, bariéra, garáž, hranice, hráz, hrazení, jez, písčina, přehrada, překážka, přepážka, příčka, prut, splav, tyč, zábradlí, zástrčka
αυλόπορτα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: pforte, portal, tor, barriere, damm, deich, schranke, sperling, sperrbaum, sperre, stange, staudamm, strich
αυλόπορτα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dør, grind, låge, port, portal, afspærring, barriere, bom, dæmning, dam, dige, moder
αυλόπορτα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: puerta, verja, barra, barranco, barrera, dique, embalse, presa, represa
αυλόπορτα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: barrière, portail, porte, vomitoire, barquerolle, barrage, barre
αυλόπορτα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cancello, porta, portale, portone, barra, barriera, blocco, diga, sbarra, verga
αυλόπορτα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: grind, port, portal, barriere, bom, dam, demning, moder, stengsel
αυλόπορτα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ворота, подворотня, заграждение, запруда, плотина
αυλόπορτα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: grind, port, portal, portgång, bom, damm, moder
αυλόπορτα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: portë
αυλόπορτα στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: брама, вароты, весніцы, дзьверы, шлагбаум, гаць, загарода, плаціна
αυλόπορτα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hila, ovi, portti, aita, este, kanki, pato
αυλόπορτα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: vrata, brana, prepreka
αυλόπορτα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kapu, gát, zablarúd, zsilip
αυλόπορτα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: vartai, barjeras, pylimas, užtvanka, užtvara
αυλόπορτα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: porta, verga, barra, barreira, dique, embales, presa, pueril, represa
αυλόπορτα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брама, ворота, вхід, входження, запис, коміра, обруч, портал, бум, гребля, гриміти, гудіти, гул, густи, дамба, завада, загата, загородження, закупорка, замикати, замкнути, замок, запирати, запруда, непрохідність, обструкція, перепона, перешкода
αυλόπορτα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: brama, zapora
αυλόπορτα στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: бент, препятствие
αυλόπορτα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tamm, tõke
αυλόπορτα στα εσθονική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: baraj, barieră
αυλόπορτα στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

αυλόπορτα τιμές, αυλόπορτα συρόμενη δίφυλλη επάλληλη, αυλόπορτα αλουμινίου, αυλόπορτα ανοιγόμενη, συρόμενη αυλόπορτα, σιδερένια αυλόπορτα, αυτόματη αυλόπορτα