lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αυλή

Λεξικό: αγγλικά αυλή
Μεταφράσεις: court, manor, mansion, backyard, schoolyard, yard, barnyard, courtyard, farmyard, orchard, arbitration, bench, doom, jury, reckoning, tribunal
αυλή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dvořanstvo, dvůr, nádvoří, soud, sad, rozsudek, soudní
αυλή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hof, höfisch, hofraum, obstgarten, entscheidung, gericht, gerichtshof
αυλή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gård, gårdsplads, herregård, hov, frugthave, hage, dom, domstol, mening, ret, ting
αυλή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: corral, corte, mansión, patio, huerta, huerto, mata, audiencia, curia, dictamen, juicio, jurado, juzgado, opinión, tribunal
αυλή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cour, dehors, gentilhommière, manoir, aulique, basse-cour, courette, pailler, cerisaie, palanche, pommeraie, prunelaie, saï, verger, appréciation, avis, for, judiciaire, jugement, justice, opinion, ordalie, ostracisme, prétoire, tribunal
αυλή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: corte, cortile, frutteto, foro, tribunale
αυλή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gårdsplass, herregård, hoff, hov, gård, frukthage, hage, dom, døma, domstol, mening, omdøme, rett, ting
αυλή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: двор, придворный, суд, судилище
αυλή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hoff, hov, palats, gård, hage, trädgård, dom, döma, domstol, mening, omdöme, rätt, ting
αυλή στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: oborr
αυλή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: двор, съд
αυλή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: двор, дзядзінец, панадворак, суда
αυλή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: herraskartano, hovi, kartano, piha, oikeusistuin, tuomio, tuomioistuin
αυλή στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dvorište, zamak, sud
αυλή στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kúria, porta, udvar, gyümölcsös, gyümölcsöskert, bíróság
αυλή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kiemas, teismas
αυλή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: corte, pátio, quintal, tribunal, hertz, jurado
αυλή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: curte
αυλή στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dvorišče
αυλή στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: двір, дворище, корт, суд, чотирикутник, ярд, сад, адвокатура, бар, брусок, буфет, випробовування, випробування, заборонити, забороняти, закон, зливок, іспит, кенгуру, плитка, право, смуга, спробний, судочинство, трибунал, форум
αυλή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dwór, nadworny, podwórko, podwórze, sad
αυλή στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: hoov, tribunal
αυλή στα εσθονική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: súd
αυλή στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

αυλή κέρκυρα, αυλή των θαυμάτων, αυλή του κούβελου, αυλή ψυρρή, αυλή κουκάκι, αυλή ρέθυμνο, αυλή θησείο, αυλή μοναστηράκι, αυλή του αντώνη, αυλή εξαρχεια