lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αυλάκι

Λεξικό: αγγλικά αυλάκι
Μεταφράσεις: chase, fissure, furrow, groove, rut, fillister, flute, slot, aerie, crèche, crib, day-nursery, joggle, kindergarten, nursery
αυλάκι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: brázda, drážka, rýha, vráska, kanálek, žlábek, jesle, jesličky, krmelec
αυλάκι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: falte, furche, nut, runzel, rille, aushöhlen, krippe, nute
αυλάκι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fold, fure, læg, rynke, kanal, renene, krybbe
αυλάκι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arruga, surco, estría, ranura, guardería
αυλάκι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cannelure, rigole, sillon, caniveau, cassis, coulisse, cran, encochage, onglet, rainure, strie, encoche, évidage, cavet, crèche, mangeoire, nourricerie
αυλάκι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: crespa, grinza, ruga, scanalatura, solco
αυλάκι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fåra, fure, renne, kanal, renna, krybbe
αυλάκι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: борозда, бороздка, желобок, морщина, канавка, паз, желоб, жёлоб, углубление, ясли
αυλάκι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fåra, kanal, räffla, ränna, barnkrubba
αυλάκι στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: баразна, разора, жалабок
αυλάκι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kurttu, lovi, poimu, ryppy, vako, kouru, uurre, kolo
αυλάκι στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: barázda, horony, bölcsőde, óvoda
αυλάκι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: raukšlė
αυλάκι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: calha, rego, sulco, surjo, ranhura
αυλάκι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: rid
αυλάκι στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: drážka
αυλάκι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: борозна, вишикувати, вишикуватися, вправа, генеалогія, зморшка, колія, лінія, натаскувати, обрис, риска, ряд, тренування, тренувати, тягнутися, черга, паз, виїмка, жолобок, рутина
αυλάκι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bruzda, rowek, wyżłobienie, żłobek
αυλάκι στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αυλάκι αιτωλοακαρνανίας, αυλάκι πόρτο ράφτη, αυλάκι παραλία, αυλάκι πόρτο ράφτη χάρτης, αυλάκι για πότισμα, αυλάκι κέρκυρας, αυλάκι κέρκυρα, αυλάκι χάρτης, αυλάκι φθιώτιδας, αυλάκι φήκη