lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αυθεντικός

Λεξικό: αγγλικά αυθεντικός
Μεταφράσεις: authentic, authenticated, genuine, kosher, literal, original, serious, absolute, bona-fide, intrinsic, passable, real, simon-pure, true, trueborn, true-born, truthful, unmitigated, veritable, virtual, believable, certain, credible, plausible, veracious
αυθεντικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: autentický, hodnověrný, nefalšovaný, opravdový, ověřený, pravý, původní, skutečný, spolehlivý, faktický, pravda, pravdivě, pravdivý, reálný, ryzí, skutečno, správný, upřímný, věcný, jakýsi, jistý, nějaký, pravděpodobný, přijatelný, určitý, uvěřitelný, věrohodný, zaručený
αυθεντικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: authentisch, echt, eigentlich, richtig, wahnwitzig, wahr, wahrgenommen, wahrhaft, wahrhaftig, wirklich, bestimmt, gewiss, glaubhaft, glaubwürdig, plausibel, sicher, zuverlässig
αυθεντικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ægte, autentisk, ekse, gedigen, egentlig, genuin, pur, rigtig, sand, virkelig, ordholden, plausibel, sikker, trolig
αυθεντικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: auténtico, castizo, genuino, natural, efectivo, gentualla, real, sincero, veraz, verdadero, verídico, autorizado, cierto, creíble, fehaciente, fidedigno, seguro, solvente
αυθεντικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: authentique, vrai, avéré, certain, fin, réel, sérieux, sincère, véritable, crédible, croyable, irrécusable, plausible, sûr
αυθεντικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: autentico, genuino, vero, effettivo, reale, veritiero, attendibile, autorevole, certo, credibile, sicuro
αυθεντικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: autentisk, ekte, gedigen, egentlig, genuin, pur, real, rett, riktig, sann, sannferdig, verklig, virkelig, ordholden, plausibel, trolig, troverdig, trygg, viss
αυθεντικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аутентичный, достоверный, настоящий, неподдельный, подлинный, верный, действительный, истинный, правдив, правдивый, правильный, достоверен
αυθεντικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: äkta, autentisk, gedigen, egentlig, genuin, pur, rätt, riktig, sann, sanningsenlig, verklig, pålitlig, plausibel, trovärdig, vederhäftig
αυθεντικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: арыгінальны, аўтэнтычны, праўдзівы, сапраўдны, шчыры, гэты, дадзены, сучасны, цяперашні, верагодны, дакладны, пэўны
αυθεντικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: autentne, ehtne, õige, tegelik, tõeline
αυθεντικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aito, todellinen, tosi, tosiasiallinen, varsinainen, eräs, erinäinen, luotettava, varma
αυθεντικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: autentiškas, tikras
αυθεντικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: autêntico, autógrafo, castiço, consumado, cumprido, efectivo, justo, positivo, real, sincero, veraz, verdadeiro, verídico, certo, feramente, fidedigno, indubitável, seguro, solvente
αυθεντικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: autentic, adevărat, sigur
αυθεντικός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: автентичний, вірогідний, натуральний, некарбований, непідробний, нерухомий, нинішній, правдивий, реальний, справжній, фактичний, чесний, відповідний, власний, властивий, дарувати, дарунок, дійсний, достовірний, істинний, належний, нефальсифікований, подарувати, подарунок, правильний, представити, представляти, презентувати, пристойний, присутній, сучасний, щирий, міцний, надійний, точний
αυθεντικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: autentyczny, prawdziwy, wiarygodny
αυθεντικός στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: real
αυθεντικός στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: istinit, stvaran, siguran
αυθεντικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: igazi, igazmondó, való, valódi, megbízható
αυθεντικός στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: prepričan
αυθεντικός στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

αυθεντικός συνώνυμο, αυθεντικός μαραθώνιος, αυθεντικός ιρλανδέζικος καφές, αυθεντικός αντωνυμο, αυθεντικός άνθρωπος, αυθεντικός τσελεμεντές