lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αυθαίρετος

Λεξικό: αγγλικά αυθαίρετος
Μεταφράσεις: authoritarian, despotic, highhanded, high-handed, oppressive, overbearing, any, arbitrary, discretional, discretionary, optional, volitional
αυθαίρετος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: despotický, svévolný, tyranský, fakultativní, jakýkoliv, kterýkoliv, libovolný, nějaký, nepovinný, svémocný, volný
αυθαίρετος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: despotisch, willkürlich, beliebig, beliebigen, eigenmächtig, ein, fakultativ, irgendein, irgendeiner, wahlfrei, x-beliebig
αυθαίρετος στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arbitrario, autoritario, despótico, cualquiera, facultativo, libre
αυθαίρετος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arbitrage, arbitraire, despotique, tyrannique, discrétionnaire, facultatif, libre, quelconque
αυθαίρετος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: prepotente, arbitrario, facoltativo, qualsiasi, qualunque
αυθαίρετος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: egenmektig, valgfri
αυθαίρετος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: деспотический, необязательный, произвольный
αυθαίρετος στα ρωσικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: despótico, abusivo, algum, arbitrário, facultativo
αυθαίρετος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: despotyczny, dowolny
αυθαίρετος στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: valgfri
αυθαίρετος στα δανική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адвольны
αυθαίρετος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: mielivaltainen, valinnainen
αυθαίρετος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: neobavezan
αυθαίρετος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: diszkrecionális, önhatalmú, önkényes, szabad, tetszés
αυθαίρετος στα ουγγρική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: arbitrar
αυθαίρετος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: деспотичний, довільний, примхливий, свавільний
αυθαίρετος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

αυθαίρετος ετυμολογία, αυθαίρετος συνώνυμα, αυθαίρετος english, αυθαίρετος συνώνυμο, αυθαίρετος εξώστης, αυθαίρετος σημασία, αυθαίρετος μετάφραση, αυθαίρετος wiki