lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ατύχημα

Λεξικό: αγγλικά ατύχημα
Μεταφράσεις: accident, breakdown, catastrophe, damage, failure, incident, malfunction, crash, smash, case, casualty, circumstance, event, fatality, instance
ατύχημα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: defekt, havárie, náhoda, nehoda, neštěstí, porucha, poškození, příhoda, škoda, náhodný, pád, příběh, případ, událost, vedlejší
ατύχημα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: havarie, missgeschick, panne, unfall, unglück, zusammenstoß, begebenheit, ereignis, fall, geschehnis, vorfall, vorkommnis, zwischenfall
ατύχημα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fiasko, slump, uheld, ulykke, ulykkestilfælde, begivenhed, episode, hændelse, sag, tilfælde
ατύχημα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: accidente, avería, acaecimiento, acontecimiento, caso, descalabro, emergencia, evento, incidencia, incidente, suceso
ατύχημα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accident, avarie, panne, cas, encombre, événement, incident
ατύχημα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accidente, avaria, guasto, incidente, infortunio, panna, avvenimento, caso, evento, vicenda
ατύχημα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fiasko, slump, ulykke, begivenhet, episode, hendelse, het, tilfelle, uhell
ατύχημα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: авария, случай
ατύχημα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avbräck, olycka, olyckshändelse, slump, begivenhet, het, missöde, olycksfall, tillbud
ατύχημα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: aksident, ngjarje
ατύχημα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: злополука, катастрофа, падеж, случай, събитие
ατύχημα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: avarii, õnnetus, sündmus
ατύχημα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: onnettomuus, tapahtuma, tapaturma, vaurio, vika, asia, elämys, sija, tapaus
ατύχημα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kvar, sudar, događaj, incident
ατύχημα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: meghibásodás, üzemzavar, baleset, esemény, eset, incidens
ατύχημα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: atsitikimas, avarija, atvejis, byla, įvykis
ατύχημα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acidente, averba, sinistro, acontecimento, acrescimento, azar, caso, evento, incidente, lance, sucedido, vez
ατύχημα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аварія, бомбардування, випадок, грюк, грюкіт, екстреність, зіткнення, знесилення, зруйнувати, катастрофа, крайність, крах, ламання, надзвичайний, несподіванка, обрушитися, розбивати, розбити, руйнувати, спішність, структура, терміновість, тріск, брухт, випадковість, авантюра, діло, доля, інцидент, коробка, нагода, обставина, подія, поширення, предмет, пригода, річ, скриня, случай, справа, удача, футляр, чохол, щастя, явище
ατύχημα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: awaria, kraksa, wypadek
ατύχημα στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аварыя, выпадак, здарэнне, нагода, прычына
ατύχημα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: caz
ατύχημα στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

ατύχημα σουμάχερ, ατύχημα θεσσαλονίκη, ατύχημα στα τέμπη, ατύχημα ονειροκριτης, ατύχημα του σουμάχερ, ατύχημα ήλιος, ατύχημα στο dragster, ατύχημα dragster, ατύχημα κτελ, ατύχημα με λεωφορείο του κτελ