lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ατελιέ

Λεξικό: αγγλικά ατελιέ
Μεταφράσεις: atelier, cupboard, lab, laboratory, studio, study, taller, workroom, workshop, bench, garage, shop, workhouse, bet, establishment, gamble, plant, wager
ατελιέ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ateliér, dílna, garsoniéra, laboratoř, pracovna, provozovna, ponk, pracoviště, instituce, podnik, sázka, ustanovení, ústav, založení, zařízení, závod
ατελιέ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arbeitsraum, arbeitszimmer, atelier, labor, laboratorium, werk, werkstatt, bank, werksapotheke, werkstuhl, anstalt, aufnahme, betrieb, einrichtung, institut, institution, niederlassung, saum, stift, wettbewerbsfähigkeit, wette
ατελιέ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: atelier, laboratorium, bænk, anstalt, bedrift, institution, kuranstalt, vad
ατελιέ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: estudio, laboratorio, taller, apuesta, establecimiento, institución, instituto
ατελιέ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: atelier, laboratoire, ouvroir, pyrotechnie, saboterie, studio, chantier, établi, marbrerie, miroiterie, tonnellerie, bourrellerie, corderie, cordonnerie, coutellerie, établissement, gageure, institution, maternité, nourricerie, otage, pari, tôlerie, troussis, vitrerie
ατελιέ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bottega, laboratorio, officina, studio, banco, reparto, istituto, scommessa, stabilimento
ατελιέ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: arbeidsværelse, atelier, laboratorium, studio, verksted, verkstad, anstalt, bedrift, kuranstalt, vad, veddemål, verk
ατελιέ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ателье, лаборатория, мастерская, верстак, завод, предприятие
ατελιέ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: studio, verkstad, anläggning, anstalt, vad, verk
ατελιέ στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: лаборатория, цех
ατελιέ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: майстэрня, завод
ατελιέ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: laboratoorium, asutus, kihlvedu
ατελιέ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laboratorio, alusta, laitos, veto
ατελιέ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: atelje, radionica, radnja, oklada
ατελιέ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dolgozószoba, laboratórium, műhely, bakállvány, munkaasztal, munkahely, faipari, gyár, növény, üzem, vállalat
ατελιέ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dirbtuvė, laboratorija, institucija, įstaiga
ατελιέ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: atelier, laboratório, oficina, banco, bastidor, cavalete, mesa, estabelecimento
ατελιέ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atelier, banc, instituţie
ατελιέ στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: майстерна, майстерня, семінар, студія, фабрика, верстак, завод, млин, молоти, насадження, посадити, просо, рослина, саджати, садити, ставка, фрезувати
ατελιέ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pracownia, warsztat, zakład
ατελιέ στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: závod
ατελιέ στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ατελιέ λουκία, ατελιέ νυφικών, ατελιέ γραφικών τεχνών, ατελιέ πολέντας, ατελιέ σπύρου βασιλείου, ατελιέ σίλια κριθαριώτη, ατελιέ dmd, ατελιέ alessandra, ατελιέ δημητριάδης, ατελιέ δραγώνα