lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αταραξία

Λεξικό: αγγλικά αταραξία
Μεταφράσεις: aplomb, command, composure, coolness, countenance, equanimity, grip, mastering, restraint, self-command, calm, calmness, ease, evenness, husbandry, peace, placidity, quiet, quieter, quietness, quietude, restfulness, serenity, stillness, tranquillity, unconcern
αταραξία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: klid, ovládání, panství, vláda, bezvětří, mír, odpočinek, poklid, pokoj, pokojný, ticho, tichý, volno
αταραξία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beherrschung, fassung, ruhe, stille, friede, frieden, gelassenheit, rest, schweigen
αταραξία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fatning, ro, fred, havblik, hvile, lugen, pause, rolig, stilhed
αταραξία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: calma, dominio, silencio, tranquilidad, descanso, dilatación, paz, quietud, serenidad, sosegado, sosiego, tranquilo
αταραξία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: calme, domination, maîtrise, sang-froid, paix, placidité, quiétude, repos, sécurité, tranquillité
αταραξία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: calma, freddezza, pacatezza, quiete, calmo, pace, quieto, requie, riposo, sosta, tranquillità
αταραξία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fatning, ro, stillhet, fred, havblikk, hvile, lugn, rolig
αταραξία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выдержка, освоение, самообладание, сдержаннее, сдержанней, сдержанно, сдержанность, спокойствие, хладнокровие, мир, покой, примиренность, спокойный
αταραξία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: behärskning, fred, lugn, ro, stillhet
αταραξία στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: спакой, стрыманасць, цішыня
αταραξία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: enesevalitsus, rahu, tüüne, vaikus
αταραξία στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ramumas, tyla, miegas, poilsis, ramus, ramybė, taika
αταραξία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: calma, discretiva, mesura, parcimónia, parqueada, silencio, calmo, descanso, paz, sereno, sossegado, sossego, tranquilo
αταραξία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: заощаджувати, запас, запасати, обмеженість, обмеження, помірність, прохолода, резерв, резервувати, скромність, слиз, спокій, стриманість, тиша, холоднокровність, відпочивати, відпочинок, відпочити, лад, мир, перепочивати, перепочити, перерва, покій, покладатися, спочивати, спочинок
αταραξία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: opanowanie, spokój
αταραξία στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: paqe
αταραξία στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: мир, покой, спокойствие
αταραξία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hiljainen, lepo, rauha, tauko
αταραξία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mir, miran, odmor
αταραξία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: béke, békesség, csend, nyugalom
αταραξία στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: mir, tih
αταραξία στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: mier
αταραξία στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

αταραξία της ψυχής, αταραξία ορισμός, επίκουρος αταραξία, στωική αταραξία, αταραξία перевод, αταραξία significato