lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ατάραχος

Λεξικό: αγγλικά ατάραχος
Μεταφράσεις: bare, beaming, blond, blonde, bright, brilliant, clean-cut, clear, explicit, fair, hell, intelligible, light, lucid, luculent, pale, perspicuous, plain, self-explanatory, serene, unequivocal, vivid, cheerful, good-humoured, jocund, jocundity, jolly, sunny, sunshiny
ατάραχος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bledý, blondýn, bystrý, čirý, čistý, explicitní, jasně, jasno, jasný, jednoznačný, klidný, plavý, průhledný, průsvitný, průzračný, skvělý, srozumitelný, světlo, světlovlasý, světlý, veselý, výslovný, zjevný, zřejmý, zřetelně, zřetelný, pěkný, radostný
ατάραχος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufklären, blond, deutlich, eindeutig, einleuchtend, heiter, hell, helllicht, klar, licht, mondhell, sinnfällig, übersichtlich, verständlich, froh, fröhlich, lustig, sonnig, ungetrübt, vergnügt
ατάραχος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: belysning, blank, bleg, blond, distinkt, genial, gren, gusten, klar, let, lys, netto, oplagt, ren, soleklar, tydelig, glad, lystig
ατάραχος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: brillante, claro, comprensible, definido, distinto, expreso, inequívoco, inteligible, lámpara, llano, lúcido, luz, obvio, patente, raso, redondo, rubio, sereno, vivo, alegre, apacible, jovial
ατάραχος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: apparent, blond, clair, compréhensible, distinct, éclatant, explicite, extralucide, gai, intelligible, lampant, limpide, lucide, lumière, net, pâle, serein, toile, beau, joyeux
ατάραχος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: apparente, biondo, brillante, chiaro, distinto, esplicito, espresso, inequivocabile, luce, lucido, lume, netto, nitido, palese, pallido, scialbo, sereno, terso, allegro, festoso, giocondo, gioioso, lieto
ατάραχος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blank, blek, blond, distinkt, genial, gjennomsiktig, grei, gusten, klar, lys, netto, opplagt, ren, snillrik, soleklar, solklar, tydelig, glad, lystig
ατάραχος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: белокурый, блестящий, блондин, вразумительный, живой, отчетлив, отчетливый, отчётливый, прозрачный, рус, русый, светел, светлый, светозарный, удобопонятный, яркий, ясен, ясный, бодрый, жизнерадостен, жизнерадостный, погожий
ατάραχος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: åskådlig, blank, blond, distinkt, fattlig, genial, greig, klar, ljus, ljuslagd, lys, lysande, netto, redig, sken, snillrik, solklar
ατάραχος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dritë
ατάραχος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: блондин
ατάραχος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: відны, прасветлены, светлы, ясни
ατάραχος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: arusaadav, selge, valgus
ατάραχος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: havainnollinen, helakka, heleä, kirkas, läpinäkyvä, loistava, selkeä, selvä, tyyni, vaalea, valo, hauska, iloinen
ατάραχος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: jasan, razumljiv, svijetao, radostan, veseo
ατάραχος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aiškus, lempa, neabejotinas, suprantamas, šviesa, linksmas
ατάραχος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: brilhante, calmo, claro, definido, distinto, explícito, inequívoco, loiro, louro, lúcido, luz, luzente, óbvio, rublo, sereno, transparente, vivo, alegre, ausente, festivo, jovial
ατάραχος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: blond, clar, limpede
ατάραχος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: jasen, svetel
ατάραχος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акуратний, бадьорий, білявий, блискучий, блондин, веселий, визначений, вимовлений, виразний, витончений, відвертий, воловий, гарний, гострий, експліцитний, жвавий, звичайний, значний, зрозумілий, категоричний, квітучий, когерентний, красивий, міцний, натуральний, неабиякий, невигадливий, некрасивий, непоганий, однокольоровий, охайний, очевидний, певний, пеня, повнісінький, послідовний, прекрасний, прекрасно, приємний, прозорий, простий, прямий, пунктуальний, радісний, рівний, рівнина, рожевий, світловий, справедливий, спритний, сяючий, тонкий, точний, трояндовий, хороший, чепурний, чесний, чималий, чистий, чіткий, чудовий, чудово, штраф, штрафувати, ярмарок, яскравий, ясний, світлий
ατάραχος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jasny, pogodny
ατάραχος στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: derült, derűs
ατάραχος στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: veselý
ατάραχος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ατάραχος συνώνυμα