lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ασφαλής

Λεξικό: αγγλικά ασφαλής
Μεταφράσεις: refuge, safe, safer, secure, sheltered, certain, confident, dead, dependable, firm, firmed, positive, reliable, sanguine, solid, stanch, steadfast, substantial, sure, sureness, trusty, undoubted, unimpeachable, unquestionable
ασφαλής στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezpečný, jistý, spolehlivý, důkladný, jakýsi, kladný, nějaký, neochvějný, ovšem, pevný, pozitiv, pozitivní, praktický, rozhodný, skálopevný, stálý, tuhý, určitý, vytrvalý, zajištěný, zaručený
ασφαλής στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: geborgen, gefahrlos, geheuer, getrost, sicher, ungefähr, ausgemacht, bestimmt, fest, gefeit, gewiss, haltbar, hart, kräftig, massiv, solide, standhaft, verlässlich, zuverlässig
ασφαλής στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: behold, sikker, trygge, ufarlig, fast, massiv, positiv, visse
ασφαλής στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asegurado, salvo, seguro, certero, ciertamente, cierto, confidente, consistente, constante, convencido, definido, fiable, fijo, firme, fuerte, macizo, positivo, sólido
ασφαλής στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: sauf, sécuritaire, sûr, assuré, certain, certainement, constant, établi, fiable, inébranlable, positif, solide, sűr
ασφαλής στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: salvo, sicuro, affidabile, baldanzoso, certamente, certo, compatto, consistente, costante, fermo, fidato, incrollabile, irremovibile, ovvio, positivo
ασφαλής στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: behold, riskfri, sikker, trygd, trygg, ufarlig, velberget, avgjord, fast, massiv, pålitelig, positiv, stø, viss, visst
ασφαλής στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: безопасен, безопасный, высоконадежный, высоконадёжный, надежный, благонадежен, благонадежный, благонадёжный, верный, достоверный, крепкий, надежен, надёжный, непоколебимый, несомненный, определен, определенный, определённый, положительный
ασφαλής στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ofarlig, riskfri, trygg, avgjord, bestämd, förvissad, rejäl, säker, vederhäftig, viss, visst
ασφαλής στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бяспечны, моцны
ασφαλής στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: turvallinen, varma, eräs, järkkymätön, luja, luotettava, myönteinen, tanakka, tukeva
ασφαλής στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: biztonságos, biztos, bizonyos, pozitív, szolid, tényleges
ασφαλής στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: saugus, grynas, kietas, pozityvus, teigiamas, tikras, tvirtas
ασφαλής στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: inofensivo, salvo, seguro, abonado, certamente, certo, concreto, consistente, constante, contínuo, fiambre, figo, firme, indubitável, positivo, preciso, probo, sólido
ασφαλής στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безпечний, нескладний, авторитетний, акуратний, вигострений, визначений, вимовлений, вирішений, відповідальний, відповідати, владний, гострий, заданий, закріплений, звук, звучати, здоровий, конкретний, міцний, наданий, надійний, обчислюваний, оселяється, певен, певний, пунктуальний, рішучий, справний, суворий, точний, чіткий
ασφαλής στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bezpieczny, pewny
ασφαλής στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: muidugi
ασφαλής στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čvrst, pouzdan, siguran, tvrd, zdrav
ασφαλής στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cert, desigur, sigur
ασφαλής στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: prepričan, trden
ασφαλής στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: istý
ασφαλής στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ασφαλής πλοήγηση στο διαδίκτυο, ασφαλής λειτουργία, ασφαλής χρήση του διαδικτύου, ασφαλής χρήση διαδικτύου, ασφαλής λειτουργία android, ασφαλής περιήγηση στο διαδίκτυο, ασφαλής αναζήτηση, ασφαλής οδήγηση, ασφαλής αναζήτηση google είναι ενεργοποιημένη, ασφαλής συνώνυμα