lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ασυνήθιστος

Λεξικό: αγγλικά ασυνήθιστος
Μεταφράσεις: extraordinary, quaint, rare, remarkable, singular, strange, unaccustomed, uncommon, unusual, unwonted, wondrous
ασυνήθιστος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: divný, jedinečný, jednotlivý, kuriózní, mimořádný, nadobyčejný, neobvyklý, neobyčejný, nevšední, nezvyklý, ojedinělý, unikátní, úžasný, výjimečný, vzácný, zvláštní
ασυνήθιστος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: apart, außergewöhnlich, außerordentlich, enorm, originell, paradox, seltsam, sondergleichen, ungewöhnlich
ασυνήθιστος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: besynderlig, ejendommelig, ekstraordinær, kuriøs, særegen, underlig, uvanlig, uvant
ασυνήθιστος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: extraordinario, insólito, inusitado, peregrino, prodigioso, singular
ασυνήθιστος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: distingué, épatant, exceptionnel, excessif, extraordinaire, inaccoutumé, inhabituel, insolite, inusité, mirifique, phénoménal, sensationnel, singulier, unique
ασυνήθιστος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: eccezionale, inconsueto, insolito, raro, singolare, singolo, straordinario, unico
ασυνήθιστος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: besynderlig, eiendommelig, ekstraordinær, entall, kuriøs, særegen, ualminnelig, usedvanlig, uvanlig, uvant
ασυνήθιστος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: необыкновенный, необычный
ασυνήθιστος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: besynnerlig, kuriös, ovanlig, säregen, u-vanlig
ασυνήθιστος στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ainutlaatuinen, harvinainen, kummallinen, merkillinen, poikkeuksellinen, ylimääräinen
ασυνήθιστος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: izvanredan, neobičan
ασυνήθιστος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csodálatos, rendkívüli, szokatlan
ασυνήθιστος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: esquisito, estranho, excêntrico, extraordinário, insólito, inusitado, peregrino, singular
ασυνήθιστος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: niezwykły
ασυνήθιστος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ασυνήθιστος βασιλιάς, ασυνήθιστος συνωνυμο, ασυνήθιστος συνώνυμο