lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ασυλία

Λεξικό: αγγλικά ασυλία
Μεταφράσεις: asylum, sanctuary, sanctum, almshouse, refuge, shelter, workhouse, cote, covert, harbour, harbourage, haven, retreat
ασυλία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: azyl, domov, útočiště, útulek, chudobinec, přístřeší, budka, kryt, ochrana, ostrůvek, přístřešek, skrýš, skrytý, úkryt, zakrytý
ασυλία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: asyl, unterstand, zuflucht, obdach, wohnheim, zufluchtsstätte, hort, schutz, schutzhütte, unterkunft
ασυλία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: asyl, fristed, tilflugt, hospits, husly, ly, skjult
ασυλία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asilo, refugio, hospicio, abrigada, abrigo, acogida, albergue, cobijo, guarida, puerto
ασυλία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: asile, dépôt, hôpital, hospice, abri, couvert, dégîte, gîte, hébergement, recours, refuge
ασυλία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: asilo, ospizio, ricovero, alloggio, coperto, rifugio, riparo, salvagente
ασυλία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: asyl, hospits, tilflukt, husly, leskur, ly, skjult
ασυλία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: пристанище, убежище, богадельня, приют, прибежище, укрытие
ασυλία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: asyl, hospits, husly, ly
ασυλία στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: подслон, убежище, пристанище
ασυλία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прыстанак, прытулак, сховішча, прыстанішча, прыкрыванне, укрыванне, хаванне
ασυλία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: varjupaik
ασυλία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: turvakoti, suojapaikka, suoja, turva
ασυλία στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: menhely, oltalom, óvóhely, védett
ασυλία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: prieglauda, prieglobstis
ασυλία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abrigo, asilo, colijo, refugio, refúgio, albergue, guarida
ασυλία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: azyl, chudobinec
ασυλία στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гавань, житло, захисток, кредит, нора, позика, пристосування, притулок, розквартирування, святилище, сховище, цитадель, канделябр, порт, приміщення, вкриття, заховати, заховувати, переховати, поховати, приховати, приховувати, сховати, сховатися, тент, укриття, ховати, ховатися
ασυλία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: azyl, przytułek, schronienie
ασυλία στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: strehë
ασυλία στα αλβανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: azil, adăpost
ασυλία στα ρουμανική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sklonište, zaklon
ασυλία στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

ασυλία στο dancing, ασυλία dwts, ασυλία dancing with the stars, ασυλία βουλευτών, ασυλία dancing, ασυλία στο dancing with the stars, ασυλία προέδρου, ασυλία κασιδιάρη, ασυλία ετυμολογία, ασυλία δικηγόρων