lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αστυφύλακας

Λεξικό: αγγλικά αστυφύλακας
Μεταφράσεις: bobby, constable, cop, officer, policeman, ranger
αστυφύλακας στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: policajt, policista
αστυφύλακας στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: polizist, schupo, schutzmann
αστυφύλακας στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: konstabel, politibetjent, politikonstabel
αστυφύλακας στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: agente, alguacil, comisario, gendarme, guardia, oficial, policía
αστυφύλακας στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agent, constable, emballeur, flic, pince-sans-rire, policier, roussi, roussin, sbire, sergot
αστυφύλακας στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: agente, poliziotto
αστυφύλακας στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: konstabel, polis, politikonstabel, politimann
αστυφύλακας στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: полисмен, полицейский
αστυφύλακας στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: polis
αστυφύλακας στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: палісмен, паліцэйскі
αστυφύλακας στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: politseinik
αστυφύλακας στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: policajac
αστυφύλακας στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: rendőr, zsaru
αστυφύλακας στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: policininkas
αστυφύλακας στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: agente, oficial, polícia, policial
αστυφύλακας στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: policajt
αστυφύλακας στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: закон, констебль, мідний, мідь, пастка, полісмен, поліцейський, право, слуга, трап
αστυφύλακας στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: policjant
αστυφύλακας στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αστυφύλακας μάτης χρήστος, αστυφύλακας γιάννης βαρύς, αστυφύλακας π.σ, αστυφύλακασ α υ, αστυφύλακας μισθός, αστυφύλακας αυτοκτόνησε, μυστικός αστυφύλακας