lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ασκώ

Λεξικό: αγγλικά ασκώ
Μεταφράσεις: drill, exercise, practise, rehearse, train, exert
ασκώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cvičit, provádět, provozovat, vycvičit, vykonávat
ασκώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abrichten, exerzieren, trainieren, üben, ausüben, auswirken, beeindrucken
ασκώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dressere, øve, skole
ασκώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adiestrarse, amaestrar, ejercer, ejercitar, ensayar, practicar, causar, impresionar
ασκώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: discipliner, exercer, vocaliser
ασκώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: addestrare, allenare, esercitare
ασκώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dressere, eksersere, eksersis, øve, skole, træna, trene, trimme, utøve
ασκώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: упражнять, оказывать
ασκώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: motionera, öva, övre, träna
ασκώ στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: harjoittaa, käyttää
ασκώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gyakoroltatni, kiválasztani
ασκώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ensaiar, exercer, exercitar, treinar
ασκώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ćwiczyć, wywierać
ασκώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ασκώ βέτο, ασκώ συνώνυμα, ασκώ αγγλικά, ασκώ το δίδειν, ασκώ έφεση, ασκώ πίεση αγγλικά, ασκώ ή εξασκώ, ασκώ επάγγελμα, ασκώ ποινική δίωξη, ασκώ αγωγή