lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ασήμαντος

Λεξικό: αγγλικά ασήμαντος
Μεταφράσεις: fiddling, footling, frivolous, futile, inappreciable, inconsequential, insignificant, nugatory, petty, potty, silly, slight, trifling, trivial, unimportant, melancholic, minor, infant, underage, inconsiderable, inessential, invalid, irrelevant, nonmaterial, nontrivial, null, unessential, void, voided, fractional, minute, narrow, narrowed, negligible, foulmouthed, foul-mouthed, ordinary, vulgar, exiguous, infinitesimal
ασήμαντος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezcenný, bezvýznamný, drobný, hloupý, malicherný, malý, marnivý, marný, nepatrný, nicotný, skrovný, slabý, zbytečný, menší, moll, mollový, nedospělý, neplnoletý, nezletilec, nezletilý, mladistvý, invalida, invalidní, neplatný, nerozhodný, mizivý, zanedbatelný, banální, běžný, obecný, obyčejný, omšelý, otřepaný, tuctový, všední
ασήμαντος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: eitel, frivol, fruchtlos, gering, klein, nichtig, steril, unfruchtbar, vergeblich, zwecklos, minderjährig, albern, null, ungültig, unwichtig, unbedeutend, unerheblich, unmerklich, unwesentlich, alltäglich, platt, trivial, sehr, vergänglich
ασήμαντος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forfængelig, forgæves, liften, ubetydelig, mindre, mindreårig, umyndig, ingenting, invalid, ugyldig, uvæsentlig, uvedkommende, ringe
ασήμαντος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: frívolo, fútil, insignificante, inútil, menudo, trivial, vano, caducado, inválido, nulo, chico, exiguo, insensible, ligero, pequeño, banal
ασήμαντος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: frivole, futile, insignifiant, petit, vain, mineur, illégal, invalide, mal, nul, inappréciable, infime, insensible, négligeable, banal, minime, périssable, temporel
ασήμαντος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: frivolo, futile, insignificante, irrilevante, piccolo, trascurabile, vano, veniale, minore, minorenne, invalido, nullo, minuto, piccino, banale
ασήμαντος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fåfengt, liten, ubetydelig, lite, mindre, mindreårig, umyndig, ingenting, invalid, ugyldig, uvedkommende, uvesentlig, uviktig, bety, knapp, lett, ørliten, ringa, ringe
ασήμαντος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бесполезный, легкомысленный, маловажный, мелкий, мелочный, небольшой, неважный, незначительный, пустячный, тщетный, минорный, несовершеннолетний, маленький, ничтожный, тривиален, тривиальный, инфинитезимальный, ничтожен, тленный
ασήμαντος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fåfängt, lite, ogiltig, knapp, lett, oansenlig, obetydlig, ringa
ασήμαντος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гарох, маленький, дробны, дробязны, неістотны, нікчэмны, няважны, нязначны, трывіяльны, мізэрны
ασήμαντος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hyödytön, pieni, turha, alaikäinen, arkinen, arkipäiväinen, jokapäiväinen
ασήμαντος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: neznatan, uzaludan, maloljetnik, nevažeći, mali
ασήμαντος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bergždžias, bevaisis, tuščias, smulkus
ασήμαντος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estéril, frívolo, fútil, insignificante, inútil, trivial, vaidoso, vão, inválido, nulo, pequeno, banal
ασήμαντος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: недійсний, незначний, скрипка, білявий, значний, наслідок, неабиякий, неважливий, непоганий, прекрасний, приємний, русявий, світлий, справедливий, чесний, чималий, ярмарок, маленький, вирізати, вирізка, відрізаний, відрізати, зріз, косити, порвати, поривати, поріз, порізати, різати, розрізати, розтинати, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, стригти, тривіальний, фасон, щоденний, жалюгідний, іменний, кволий, маловажний, мізерний, низькорослий, нікчемний, номінальний, ношений, обшарпаний, прикрий, слабкий, убогий
ασήμαντος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: błahy, minorowy, niepełnoletni, nieważny, nieznaczny, trywialny, znikomy
ασήμαντος στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fiatalkorú, kiskorú, érvénytelen, semmis, csekély, jelentéktelen
ασήμαντος στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

ασήμαντος συνώνυμο, ασήμαντος ραββίνος ο χριστός