lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αρωγή

Λεξικό: αγγλικά αρωγή
Μεταφράσεις: alleviation, relief, troops, aid, assist, assistance, attendance, backing, cooperation, help, hint, service, succour, support, delivery, escape, rescue, salvage, salvation, dole
αρωγή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: podpora, pomoc, posila, výpomoc, asistence, družstvo, opora, péče, podpěra, podpěrka, podstavec, pomocnice, pomocník, přispění, přítomnost, účast, záchrana, zachránění
αρωγή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: entsatz, hilfe, unterstützung, abhilfe, aushilfe, behelf, beigeschmack, beihilfe, beistand, mithilfe, nachhilfe, stütze, heil, rettung
αρωγή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hjalp, bistå, bistand, hjælp, hjælpemiddel, støtte, underhold, frelse, råd, redning, tryg
αρωγή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asistencia, socorro, apoyo, auxilio, ayuda, concurso, soporte, remedio, salvación, salvamento, ofrenda, subsidio
αρωγή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: secours, acolyte, aidant, aide, appoint, assistance, concours, confort, main-forte, rescousse, soutien, support, salut, sauvetage, subside, subvention
αρωγή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: soccorso, aiuto, assistenza, ausilio, favore, puntello, sostegno, sussidio, ricupero, salvataggio, salvezza, scampo
αρωγή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hjelp, unnsetning, bistå, bistand, stønad, underhold, berging, frelse, råd, redning, trygd
αρωγή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: помощь, подмога, подспорье, полузащита, выручка, пособие
αρωγή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hjälp, assistans, assistera, bistå, bistånd, biträde, hjälpa, medhjälpare, stönad, råd, räddning, redning
αρωγή στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дапамога, помач
αρωγή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: abi, toetus, abistama, aitama
αρωγή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: apu, avustus, apulainen, auttaja, avunanto, kannatin, kannatus, tuki, auttaa, avustaa, lunastus, pelastaa
αρωγή στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pomoć, pomognem, pomoći
αρωγή στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megkönnyebbülés, pártfogás, segédlet, segély, segítség, támasz, támogatás, megsegíteni, segíteni, megmentés, mentés
αρωγή στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: assistência, auxilio, socorro, ajuda, apoio, auxílio, ajudar, assistir, auxiliar, socorrer, salvais, salvamento
αρωγή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ajutor, ajuta
αρωγή στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: допомога, допомогу, звільнення, підкріплення, підтримка, полегшення, поміч, розмаїтість
αρωγή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odsiecz, pomoc, ratunek, zapomoga
αρωγή στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndihmoj
αρωγή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: помагам
αρωγή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: asistentas, atrama, padėjėjas, pagalba, pagalbininkas, parama, pagelbėti
αρωγή στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: pomoč, pomagati
αρωγή στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

αρωγή θεσσαλονίκη, αρωγή συνώνυμο, αρωγή λάρισα, αρωγή λεξικό, αρωγή μκο, αρωγή 12, αρωγή καρδίτσα, αρωγη συνώνυμα, αρωγή και ευδοκίμηση, αρωγή για το λύκειο