lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αρχίζω

Λεξικό: αγγλικά αρχίζω
Μεταφράσεις: begin, launch, open, began, begun, commence, engage, inaugurate, kick-off, resume, embark, get, start, initiate
αρχίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: načít, odemknout, odpálit, otevřít, otvírat, počít, rozevřít, spouštět, spustit, začínat, začít, zahájit, zahajovat, nastartovat, připravit, založit
αρχίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anfangen, beginnen, eröffnen, anbrechen, angehen, anheben, losgehen
αρχίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: åbne, begynde, påbegynde
αρχίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arrancar, comenzar, empezar, emprender, entablar, incoar, iniciar, principiar, inaugurar, trabar, ponerse, originar
αρχίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amorcer, commencer, débuter, déclencher, entamer, ouvrir, engage, engrener, initialiser, mettre, inaugurer
αρχίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aprire, avviare, cominciare, dischiudere, esordire, incominciare, iniziare, prendere
αρχίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begynne, børja, innlede, påbegynne, påbørja, tiltre
αρχίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: начать, начинать
αρχίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: begynna, begynner, börja, påbörja
αρχίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: filloj
αρχίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: начынаць, пачаць, распачаць, пачынаць, распачынаць
αρχίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alkaa, aloittaa, ryhtyä
αρχίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: početi, započeti
αρχίζω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elkezd, kezdeni, kezdődik, megkezd, megkezdeni, kezd, start, nyit
αρχίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: começar, entabular, inchar, iniciar, principiar, comentar, inaugurar
αρχίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: začeti
αρχίζω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: починати, починатися, розпочати, баркас, вантажити, ввійти, війти, внести, вносити, вступати, вступити, входити, занести, заносити, започатковувати, запускати, запустити, зачинати, кидати, кинути, метати, метнути, навантажити, поступати, поступити, розпочинати, увійти
αρχίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rozpocząć, rozpoczynać, zaczynać, zapoczątkowywać
αρχίζω στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: alustama
αρχίζω στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

αρχίζω συνώνυμα, αρχίζω και τρελαίνομαι στίχοι, αρχίζω και τρελαίνομαι, αρχίζω τα ελληνικά, αρχίζω πόλεμο, αρχίζω δραστηριότητες για παιδιά 3-4 ετών, αρχίζω δίαιτα, αρχίζω πόλεμο lyrics, αρχίζω πόλεμο γαρμπή, αρχίζω συνώνυμο