lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: απόφαση

Λεξικό: αγγλικά απόφαση
Μεταφράσεις: decision, resolution, ruling, deciding, decree, determination, resolve, stipulation, award, settlement, settling, act, credit, vote, absolutely, decidedly, decisiveness, definitely, emphatically, firmness, quite, unhesitatingly
απόφαση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nařízení, odhodlanost, rezoluce, rozhodnutí, rozpuštění, rozřešení, rozsudek, usnesení, determinace, odhodlání, rozhodování, stanovení, určení, výnos, jednání
απόφαση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: auflösung, bescheid, beschluss, entscheidung, entschließung, entschluss, lösung, schlussfolgerung, bestimmung, entschlossenheit, austrag, entscheiden
απόφαση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afgørelse, beslutning, bestemmelse, dekret
απόφαση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: decisión, determinación, fallo, resolución, dictar
απόφαση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acte, décision, macrodécision, parti, résolution, sentence, arrêté, délibération, détermination, propos, solution, décidément, délibérément, vigoureusement
απόφαση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: decisione, deliberazione, risoluzione, determinazione, proposito, risolutezza, delibera, decisamente
απόφαση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: beslutning, besluttsomhet, bestemmelse, dekret, kjennelse, utslag, resolusjon
απόφαση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: решение, намерение, постановление
απόφαση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avgörande, beslut, dekret, utslag, bestämmelse
απόφαση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: vendim
απόφαση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: решение, декрет, постановление
απόφαση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вырашэнне, пастанова, рашэнне, судебное
απόφαση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: otsus
απόφαση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: erotuskyky, päätös, ponsi
απόφαση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: rezolucija
απόφαση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: döntés, elhatározás, határozat, rendelet, rendelkezés, határozottan, inkább, kifejezetten
απόφαση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sprendimas
απόφαση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: decisão, despacho, julgamento, resolução, revoluciona, arbítrio, decisiva
απόφαση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: rozhodnutie
απόφαση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: адвокат, арбітраж, визначення, винагорода, винахід, вирішення, вирішування, відкриття, врегулювання, залізниця, залізничний, знахідка, консультація, нагорода, нагородження, нагороджувати, нагородити, нарада, обговорення, обміркування, порада, походження, присуджувати, присудити, радник, резолюція, рішення, рішучість, розрахунок, розчин, селище, улагодження, урегулювання, ухвала, постанова, постанову, ухвалу
απόφαση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: decyzja, postanowienie, rozstrzygnięcie, uchwała, zdecydowanie
απόφαση στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

απόφαση στε για ένστολους, απόφαση στε, απόφαση υπαγωγής ωφελούμενων στο πρόγραμμα «εξοικονόμηση κατ’ οίκον», απόφαση στε για εφαπαξ, απόφαση στε για ερτ, απόφαση μισθοδικείου για δικαστές, απόφαση μισθοδικείου, απόφαση 5219/04, απόφαση συνώνυμα, απόφαση 2003/33/εκ