lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: απότομος

Λεξικό: αγγλικά απότομος
Μεταφράσεις: abrupt, brusque, unceremonious, abrasive, austere, bluff, blunt, coarse, crude, curt, gruff, harsh, incondite, ragged, rough
απότομος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bryskní, náhlý, nenadálý, prudký, drsný, hrbolatý, hrubý, kostrbatý, mrzutý, nerovný, nevrlý, nezpracovaný, ochraptělý, ostrý, příkrý, přísný, srázný, strmý, strohý, surový, trpký
απότομος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: brüsk, schroff, ungeniert, zudringlich, barsch, derb, grob, jäh, kratzig, rau, roh, spröd, spröde, steil
απότομος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: brysk, tvær, abrupt, barsk, blå, grov, hastig, knudret, rå, ru, skarp, stejl
απότομος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: brusco, acre, agrio, áspero, bravo, bronco, crudo, desapacible, escabroso, ronco, rudo, seco
απότομος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brusque, abrupt, bourru, brut, cassant, enroué, fruste, grossier, hispide, malgracieux, raboteux, rêche, revêche, rude, rugueux
απότομος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: brusco, aspro, duro, greggio, grezzo, grossolano, rauco, roco, rozzo, rude, ruvido, scabro, scabroso, scosceso, sguaiato, zotico
απότομος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: brå, brysk, tvær, abrupt, barsk, brant, bratt, grov, hastig, hes, knudret, rå, ru, skrovlig
απότομος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: внезапный, дерзкий, отрывистый, грубый, необработанный, резкий, хриплый, шероховатый, шершавый
απότομος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tvär, abrupt, barsk, brant, brysk, grov, hastig, kärv, plötsligt, rå, rum, skrovlig, sträv
απότομος στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: váratlan, csiszolatlan, durva, érdes, goromba, mosatlan, rücskös
απότομος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: šiurkštus
απότομος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: brusco, abrasivo, abrupto, acre, agreste, áspero, basto, bronco, chocante, cru, escarpado, grosseiro, íngreme, ronco, rude
απότομος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: brusc, abrupt, brut
απότομος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: різкий, брутальний, важкий, грубий, жорсткий, жорстокий, зернистий, кудлатий, масивний, міцний, мозолястий, нерівний, розірваний, суворий, терпкий, тяжкий, шерехатий, шершавий, шорсткий, шорсткуватий
απότομος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obcesowy, szorstki
απότομος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: нацягнуты, непамяркоўны, няроўны, шурпаты
απότομος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jämedakoeline, kare
απότομος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ankara, jalostamaton, juro, jylhä, jyrkkä, käheä, karhea, karkea, kova, painuksissa, raaka, tyly
απότομος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: grub, surov
απότομος στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

απότομος συνώνυμα, απότομος αγγλικά, απότομος ελιγμός αναστάτωσε τους επιβάτες του «festos palace», απότομος english, απότομος συνώνυμο, απότομος πονοκέφαλος, απότομος μετάφραση, απότομος βράχος