lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: απόκτηση

Λεξικό: αγγλικά απόκτηση
Μεταφράσεις: acquisition, fortune, property, acquirement, purchase, acquisitions, procurement, accomplishment, attainment, capture, conquest
απόκτηση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: akvizice, bohatství, jmění, koupě, majetek, nabytí, opatření, pořízení, přírůstek, vymoženost, zisk, získání, dosažení, kup, kupování, nákup, chycení, dobytí, kořist, ovládnutí, úlovek, výboj, výdobytek, zachytit, zajmout
απόκτηση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: errungenschaft, erwerb, erwerbung, vermögen, anschaffung, bezug, einkauf, kauf, beschaffung, einnahme, erobern, eroberung, fang
απόκτηση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: erhvervelse, formue, lykke, indkøb, køb
απόκτηση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adquisición, caudal, fortuna, patrimonio, compra, captura, conquista, toma
απόκτηση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acquisition, fortune, saint-crépin, saint-frusquin, achat, capter, conquête, prise, reprise
απόκτηση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: acquisto, apprendimento, fortuna, ventura, compra
απόκτηση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ervervelse, formue, hell, lykke, erverv, kjøp
απόκτηση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: достижение, покупка, взятие, завоевание
απόκτηση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: följning, ackvisition, inköp, köp, köpa, uppköp, uppköpa, erövra
απόκτηση στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: omandamine, ost
απόκτηση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hankinta, hankkiminen, omaisuus, onnetar, osa, rikkaus, osto
απόκτηση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szerzemény, vagyon, vásárlás, akvizíció, beszerzés, meghódítás, vívmány
απόκτηση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: turtas, pirkinys
απόκτηση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acaso, aquisição, caudal, destino, felicidade, fortuna, presa, sina, sorte, compra, captura, conquista
απόκτηση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: achiziţie
απόκτηση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: výstup, zisk
απόκτηση στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dorobek, nabycie, nabywanie, zdobycie
απόκτηση στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: покупка, завоевание
απόκτηση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kupnja, tekovina
απόκτηση στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виграш, завоювання, загарбання
απόκτηση στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

απόκτηση κλειδάριθμου, απόκτηση ακαδημαικής ταυτότητας, απόκτηση ιθαγένειας, απόκτηση συνώνυμο, απόκτηση ecdl, απόκτηση voucher, απόκτηση πασο, απόκτηση πτυχίου κυβερνήτη τουριστικών θαλαμηγών, απόκτηση δωρεάν δελτίου μετακίνησης αμεα, απόκτηση φοιτητικού πάσου