lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: απρόσεκτος

Λεξικό: αγγλικά απρόσεκτος
Μεταφράσεις: airy, extravagant, flighty, frivolous, giddy, heedless, improvident, inane, inconsiderate, insouciant, light, light-minded, reckless, thoughtless, careless, imprudent, incautious, indiscreet, rash, uncanny, unguarded, unwary, desperate, unadvised, unmindful, lax, neglectful, ragged, untidy, absentminded, absent-minded, inadvertent, inattentive, inconspicuous, jaywalker, mindless
απρόσεκτος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezstarostný, lehkomyslný, lehkovážný, lehký, neopatrný, nerozvážný, nicotný, povrchní, splašený, těkavý, zbrklý, nepředložený, neuvážený, unáhlený, bezmyšlenkovitý, nešetrný, ledabylý, nedbalý, nepozorný, roztržitý
απρόσεκτος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: frivol, leicht, leichtfertig, leichtsinnig, luftig, sorglos, windig, unbedacht, unvorsichtig, gedankenlos, planlos, unbesonnen, unüberlegt, fahrlässig, nachlässig, achtlos, unaufmerksam
απρόσεκτος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ansvarsløs, forfængelig, let, upåpasselig, hensynsløs, ubesindig, uoverlagt, tankeløs, uagtsom
απρόσεκτος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aturdido, despreocupado, frívolo, leve, ligero, liviano, tonto, imprudente, incauto, atolondrado, desavisado, desconsiderado, inconsiderado, insensato, irreflexivo, temerario, descuidado, omiso, desaplicado, desatento, inadvertido
απρόσεκτος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: étourdi, évaporé, frivole, imprudent, inconséquent, insouciant, léger, sans-souci, inconsidéré, hurluberlu, indélibéré, irréfléchi, malavisé, négligent, dissipé, distrait, inattentif
απρόσεκτος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: frivolo, incauto, incosciente, leggero, lieve, noncurante, spensierato, imprudente, sconsiderato, avventato, negligente, disattento, sbadato
απρόσεκτος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ansvarsløs, lett, lettsindig, yr, uaktsom, uforsiktig, uklok, upåpasselig, hensynsløs, overilt, ubesindig, uoverlagt, uoverveid, tankeløs, ubetenksom, uoppmerksom
απρόσεκτος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беспечный, легкий, легкомыслен, легкомысленный, светлый, неблагоразумный, необдуманный, неосторожный, опрометчивый, небрежный, невнимательный
απρόσεκτος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ansvarslös, yr, oförsiktig, ovarsam, vårdslös, besinningslös, oöverlagd, oaktsam
απρόσεκτος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lehtë
απρόσεκτος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: лёгкi, легкадумны
απρόσεκτος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ajattelematon, kevytmielinen, varomaton, huolimaton, hajamielinen
απρόσεκτος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nepromišljen, neoprezan, nepažljiv
απρόσεκτος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: komolytalan, könnyelmű, léha, szeles, figyelmetlen, vigyázatlan
απρόσεκτος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: lengvas
απρόσεκτος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aturdido, desatinado, despreocupado, frívolo, leve, leviano, ligeiro, tonto, vão, versátil, imprudente, incauto, desavisado, desconsiderado, inconsiderado, descuidado, distraído, inadvertido
απρόσεκτος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: lahek
απρόσεκτος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бистрий, веселий, вогник, дитячий, запалити, запалювати, запаморочливий, засвітити, зухвалий, карколомний, легкий, легковажний, недбайливий, непохмурий, освітити, повітряний, поспішати, прудкий, світлий, світло, скоро, хутко, швидкий, швидко
απρόσεκτος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: lekkomyślny, nieostrożny, nierozważny, niestaranny, nieuważny
απρόσεκτος στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: neatent
απρόσεκτος στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

απρόσεκτοσ συχνά αδιάφοροσ ποτέ, απρόσεκτοσ κύκνοσ, απρόσεκτος συνώνυμο, απρόσεκτος συνώνυμα, απρόσεκτος αγγλικά, απρόσεκτος στα αγγλικά