lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποφασιστικότητα

Λεξικό: αγγλικά αποφασιστικότητα
Μεταφράσεις: determination, drive, resoluteness, appellation, definition, denomination, designation, epithet, phrase, term, deciding, decision, decree, resolution, resolve, ruling, stipulation, assertiveness, categorization, consistency, decisiveness, firmness, grit, sturdiness, utter, absolutely, decidedly, definitely, emphatically, quite, unhesitatingly
αποφασιστικότητα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: determinace, odhodlání, rozhodnutí, stanovení, určení, definice, definování, jméno, název, označení, pojmenování, nařízení, odhodlanost, rezoluce, rozhodování, rozpuštění, rozřešení, usnesení, výnos, jistota, pevnost, rozhodnost
αποφασιστικότητα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bestimmung, entschlossenheit, bezeichnung, definition, auflösung, beschluss, entscheidung, entschließung, entschluss, lösung, schlussfolgerung, bestimmtheit, entschiedenheit
αποφασιστικότητα στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: determinación, definición, denominación, descripción, decisión, dictar, resolución, firmeza
αποφασιστικότητα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: autodétermination, détermination, appellation, complément, définition, dénomination, qualification, arrêté, décision, délibération, parti, propos, résolution, fermeté, décidément, délibérément, vigoureusement
αποφασιστικότητα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: determinazione, definizione, denominazione, qualificazione, decisione, deliberazione, proposito, risolutezza, risoluzione, consistenza, determinatezza, fermezza, decisamente
αποφασιστικότητα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: besluttsomhet, definisjon, term, beslutning, bestemmelse, kjennelse, fasthet
αποφασιστικότητα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: решимость, наименование, определение, очерчивание, намерение, постановление, решение, напористость, решительность
αποφασιστικότητα στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рашучасць, азначэнне, акрэсленне, выяўленне, прызначэнне, вырашэнне, пастанова, рашэнне, судебное
αποφασιστικότητα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: meghatározás, definíció, elhatározás, rendelet, rendelkezés, keménység, tömörség, határozottan, inkább, kifejezetten
αποφασιστικότητα στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: brio, determinais, decisão, despacho, resolução, firmeza, decisiva
αποφασιστικότητα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: stanovenie, pevnosť
αποφασιστικότητα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: буде, визначення, воля, заповіт, резолюція, рішення, рішучість, ухвала, винахід, відкриття, властивість, дефініція, знахідка, ідентифікація, кваліфікація, означення, оцінка, побачення, посада, приділення, призначення, розпізнання, якість, адвокат, арбітраж, винагорода, вирішення, вирішування, врегулювання, залізниця, залізничний, консультація, нагорода, нагородження, нагороджувати, нагородити, нарада, обговорення, обміркування, порада, постанова, постанову, походження, присуджувати, присудити, радник, розрахунок, розчин, селище, улагодження, урегулювання, ухвалу, плоскість
αποφασιστικότητα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: determinacja, określenie, postanowienie, stanowczość, zdecydowanie
αποφασιστικότητα στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: term, afgørelse, beslutning, bestemmelse
αποφασιστικότητα στα δανική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: term, beslut, bestämmelse, fasthet
αποφασιστικότητα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: përkufizim, vendim
αποφασιστικότητα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: название, наименование, определение, декрет, постановление, решение
αποφασιστικότητα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: määratlus, otsus
αποφασιστικότητα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: määre, määritelmä, nimitys, erotuskyky, päätös, ponsi, lujuus
αποφασιστικότητα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nazivanje, rezolucija
αποφασιστικότητα στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: apibrėžimas, sprendimas
αποφασιστικότητα στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

αποφασιστικότητα συνωνυμα, αποφασιστικότητα ψυχολογια, αποφασιστικότητα ορισμος, αποφασιστικότητα γνωμικα, αποφασιστικότητα ετυμολογία, αποφασιστικότητα έναντι των άκρων, αποφασιστικότητα αποφθεγματα, αποφασιστικότητα english, αποφασιστικότητα ιστορικών προσώπων, αποφασιστικότητα wiki