lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποφασίζω

Λεξικό: αγγλικά αποφασίζω
Μεταφράσεις: choose, decide, determine, appoint, assess, assign, define, denominate, describe, predetermine, prescribe, qualify, specify, terminate, decree, enact, hold, provide, purpose, resolve, settle, stipulate, aggrandize, exaggerate, overdo, overdone, overprize, overrate, overstate, replant, scale, transplant, adjudge, adjudicate, arbitrate, clinch, umpire
αποφασίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: přimět, rozhodnout, rozhodovat, definovat, jmenovat, kvalifikovat, nazvat, označit, pojmenovat, stanovit, udat, udávat, určit, určovat, ustanovit, vyměřit, vymezit, nařídit, řešit, rozpustit, rozřešit, vyluštit, vyřešit, nadsadit, nadsazovat, přehánět, přehnat, přenést, přesadit, přesazovat, zveličit, zveličovat, rozsoudit, rozsuzovat, soudcovat
αποφασίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bestimmen, entscheiden, abgrenzen, angeben, bezeichnen, definieren, zeichnen, beschließen, verabschieden, vornehmen, übertreiben, umsetzen, versetzen, im, austragen, entschließen
αποφασίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afgøre, beslutte, bestemme, befæste, betegne, definere, overdrive, fastslå
αποφασίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: decidir, decidirse, determinar, calificar, definir, delinear, describir, designar, fijar, formular, precisar, acordar, resolver, atropellar, desplantar, encarecer, engrandecer, exagerar, prejuzgar, arbitrar, quedar
αποφασίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: décider, résoudre, définir, désigner, déterminer, établir, fixer, identifier, indiquer, qualifier, statuer, attiger, déplanter, exagérer, outrer, raffiner, rencaisser, replanter, transplanter, préjuger, arbitrer, départager, trancher
αποφασίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: decidere, deliberare, determinare, risolvere, sciogliere, accertare, definire, fissare, qualificare, abbondare, esagerare, trapiantare
αποφασίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avgjøre, beslutte, bestemme, betegne, definere, overdrive, skarva, fastslå
αποφασίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: решать, квалифицировать, назначать, называть, определять, постановлять, перебарщивать, пересаживать, преувеличивать, утрировать, предопределять, предрешать, вершить, решить
αποφασίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bestämma, besluta, omplantera, överdriva, skarva, fastslå
αποφασίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вырашаць, забіваць, канчаць, устанаўліваць, перабольшваць, перавялічваць
αποφασίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: määrätä, päättää, asettaa, määritellä, säätää, koulia
αποφασίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dönteni, határozni, megállapítani, meghatározni, megszabni, elhatározni, lefogás, szögrögzítés
αποφασίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: decidir, deliberar, determinar, dirimir, resolver, solucionar, definir, designar, fixar, acordar, encarecer, engrandecer, exagerar, arbitrar
αποφασίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: rozhodnúť
αποφασίζω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виберіть, вибирати, вибрати, визначати, визначити, визначте, вирішити, вирішіть, вирішувати, влаштовувати, влаштовуватися, влаштувати, врегулювати, завершити, завершувати, обирати, обрати, оселити, оселитися, оселіться, оселяти, оселятися, погоджувати, погодити, регулювати, регулюватися, розчинити, розчиняти, скласти, укладати, улагодити, встановити, здати, кваліфікувати, кваліфікуйте, керувати, керуйте, класти, міра, навчати, навчатися, навчити, навчитися, норма, означувати, оцінити, покладати, покласти, поміщений, поставити, потужність, правити, призначати, призначити, призначте, притулити, притуляти, пропорція, проставити, розглядати, розглянути, розцінка, складати, ставити, ставка, ступінь, тариф, улагоджувати, управляти, ціна, швидкість, гора, драматизуйте, збільшити, збільшувати, перебільшити, перебільште, перебільшувати, переважати, переважити, перевантажте, перевершити, перевершувати, перевищити, перевищувати, пересаджувати, перестарайтеся, підвищити, підвищтеся, підвищувати, розширити, розширтеся, розширювати, роман, романс, романтика, укласти
αποφασίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: decydować, określać, postanawiać, przesadzać, rozstrzygać, uradzić, zadecydować, zdecydować
αποφασίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αποφασίζω συνώνυμα, αποφασίζω ετυμολογία, αποφασίζω english, αποφασίζω συνώνυμο