lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποτρέπω

Λεξικό: αγγλικά αποτρέπω
Μεταφράσεις: balk, bother, disrupt, distract, disturb, embarrass, hamper, handicap, heckle, hinder, impede, intrude, obstruct, perturb, prevent, avert, forestall, obviate, preclude, stop
αποτρέπω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: brzdit, mást, narušit, obtěžovat, otravovat, plašit, porušit, překážet, překazit, přerušit, rušit, spoutat, ucpat, vadit, vyrušit, vyrušovat, zabránit, zabraňovat, zamezit, zatarasit, znepokojit, znepokojovat, ztížit, předejít
αποτρέπω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: behändem, behindern, belästigen, dazwischenkommen, hindern, stören, verhindern, verhüten, vorbeugen
αποτρέπω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: distrahere, forebygge, forhindre, forrykke, forstyrre, hefte, hindre, uro
αποτρέπω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: contrariar, disturbar, embarazar, embargar, empachar, estorbar, impedir, incomodar, jorobar, molestar, obstar, obstruir, quebrar, rallar, trastornar, obviar, precaver, prevenir
αποτρέπω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: contrarier, déranger, embarrasser, empêcher, entraver, gêner, handicaper, importuner, incommoder, inquiéter, interrompre, tarabuster, obvier, prévenir, remédier
αποτρέπω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: disturbare, frastornare, imbarazzare, impedire, importunare, incomodare, infastidire, interrompere, ostacolare, perturbare, ovviare, prevenire
αποτρέπω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bry, distrahere, forebygge, forhindre, forrykke, forstyrre, hefte, hemme, hindra, hindre, mota, sjenere, uro, avstyra, førebygga
αποτρέπω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беспокоить, докучать, мешать, препятствовать, предотвращать
αποτρέπω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bry, distrahera, hämma, hindra, mota, störa, avstyra, avvärja, förebygga, motarbeta
αποτρέπω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shqetësoj, ndaloj
αποτρέπω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: замінаць, перашкаджаць, адхіляць, папярэджваць
αποτρέπω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ehkäistä, estää, häiritä, haitata, torjua, vaivata, pidättää
αποτρέπω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: zavarni, elhárít, megelőzni
αποτρέπω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: contrariar, embaraçar, embargar, estornar, impedir, importunar, incomodar, interferir, molestar, obstar, obstruir, perturbar, revolver, precaver, prevenir
αποτρέπω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: rušiť
αποτρέπω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бруківка, відвернути, відвертати, ворушити, ворушитися, ворушіння, воювати, воюйте, втручатися, гальмувати, дорога, дорожній, заборонити, забороніть, забороняти, завадити, заважати, заважити, загальмувати, запобігати, запобігти, запобіжіть, затримайте, затримати, затримувати, захарастити, захаращувати, збуджувати, збудити, мішати, накладати, накласти, опиратися, перебивати, перебити, перегороджувати, перегородити, перепинити, перепиняти, перервати, переривання, переривати, перешкоджати, перешкодити, перешкодьте, порушити, порушувати, потурбувати, поштовх, противтеся, протиставити, протиставляти, стурбувати, турбувати, турбуйте, унеможливити, унеможливлювати, усувати, усунути, шлях, штовхати, штовхнути
αποτρέπω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przeszkadzać, zapobiegać
αποτρέπω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αποτρεπω συνώνυμα, απορρίπτω συνώνυμο, αποτρέπω in english, αποτρέπω από