lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποτελώ

Λεξικό: αγγλικά αποτελώ
Μεταφράσεις: appoint, commission, constitute, name, nominate, ordain, compose, comprise, fold, represent, beget, choreograph, create, develop, fabricate, figure, form, found, frame, generate, instantiate, make, materialize, establish, institute, legislate, settle, start
αποτελώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jmenovat, nazvat, nazývat, nominovat, označit, pojmenovat, stanovit, tvořit, určit, ustanovit, ustavit, utvořit, uvést, vyjmenovat, založit, představovat, vytvářet, vytvořit, zřídit, budovat, komponovat, organizovat, plodit, podoba, připravit, působit, sestavit, sestrojit, skládat, školit, složit, stavět, stvořit, tvar, tvarovat, upravit, utvářet, vyrábět, vyrobit, vyškolit, vystavit, zakládat, zformovat, zhotovit, zorganizovat, zplodit, způsobit, usadit, ustálit, ustavovat, zaopatřit, zařídit, zavést, zjistit
αποτελώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: benennen, ernannt, ernennen, nennen, bedeuten, bilden, entscheiden, abgeben, begründen, erschaffen, erzeugen, formen, herstellen, hervorbringen, kreieren, produzieren, schaffen, schulen, trainieren, erstellen, gründen
αποτελώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: nominere, danne, digte, form, forme, frembringe, gestalt, komponere, konstruere, lage, nummer, producere, uddanne, stifte
αποτελώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apellidar, constituir, denominar, designar, llamar, mencionar, nombrar, nombre, formar, crear, criar, hacer, producir, establecer, estatuir, fundar, instituir, plantear
αποτελώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attitrer, constituer, dénommer, désigner, élire, fixer, nommer, promouvoir, titulariser, décider, étalonner, faire, former, composer, créer, enfanter, ériger, établir, forme, organiser, produire, instaurer, instituer, stipuler, fonder
αποτελώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: nominare, costituire, formare, addurre, comporre, creare, figura, foggia, fondare, forma, generare, plasmare, produrre, veste, fissare, instaurare, istituire
αποτελώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: nevne, nominere, utnevne, utgjøre, danne, dikte, forme, frembringe, gestalt, komponere, konstruere, lage, nummer, skape, grunne, grunnlegge, stifta, stifte
αποτελώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: назначать, называть, составлять, образовывать, производить, создавать, созидать, творить, основывать, устанавливать, учреждать, образовать, создать
αποτελώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: nominera, utnämna, utgöra, alstra, dana, gestalt, komponera, nummer, siffra, stifta, anlägga
αποτελώ στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: назовавам
αποτελώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вызначаць, назначаць, прызначаць, састаўляць, складаць, складваць, укладаць, адбыцца, ствараць, будаваць
αποτελώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kutsua, mainita, nimetä, perustaa, kuvata, muodostaa, laatia, latoa, luoda, sepustaa, asettaa
αποτελώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nazvati, činiti, proizvoditi
αποτελώ στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: chamar, constituir, denominar, mencionar, nobre, nomear, formar, integrar, cerar, compor, criar, erigir, fabricar, instituir, estabelecer, fundar
αποτελώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: асигнувати, вирішити, вирішувати, виставити, виставляти, відправити, відправляти, влаштовувати, влаштовуватися, влаштувати, врегулювати, давати, додавати, додати, доручати, доручити, заснувати, іменувати, керувати, локалізувати, надавати, надати, назвати, називати, оселити, оселитися, оселіться, оселяти, оселятися, передавати, передати, погоджувати, погодити, поіменувати, постачати, призначати, призначити, призначте, прикладіться, прикріпити, прикріплювати, прикріпляти, приписати, приписувати, присвоїти, присвоювати, регулювати, регулюватися, розмістити, розміщати, розподілити, розподіліть, розподіляти, розташувати, складати, складіть, скласти, улагоджувати, улагодити, управляйте, управляти, утворити, утворювати, виграш, готовити, готувати, готуватися, дійти, досягати, досягнути, досягти, засновувати, заставати, застати, зготувати, компіляція, компонувати, перерва, підготовити, підготовляти, підготувати, підготуйтеся, правописний, приготувати, приготуватися, простягатися, протягати, протягнути, протягувати, складений, скомпілювати, скомпонувати, становити, сягати, сягнути, чаклунство, чари, будувати, виникати, виникнути, встановити, встановіть, встановлювати, започатковувати, започаткувати, збудувати, знайдений, знайтися, конструктор, конструювати, новісінький, побудувати, породжувати, породити, поставати, постати, пофарбувати, спорудити, створити, створіть, створювати, творити, установити, установлювати, фарбувати
αποτελώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mianować, stanowić, tworzyć, ustanawiać, utworzyć
αποτελώ στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alkot, alkotni, alakít, teremteni
αποτελώ στα ουγγρική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: formoj, krijoj
αποτελώ στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: looma, tuvastama
αποτελώ στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dresiruoti, gaminti, mokyti
αποτελώ στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

αποτελεί συνώνυμα, αποτελώ στα αγγλικά