lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποτελεσματικός

Λεξικό: αγγλικά αποτελεσματικός
Μεταφράσεις: effective, efficient, actual, indeed, practical, proportional, real, simon-pure, substantial, tangible, true, veritable, virtual, consequent, efficacious, operative, resulted, productive
αποτελεσματικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: efektivní, faktický, působivý, skutečný, účinný, aktuální, dosavadní, nynější, opravdový, praktický, pravda, pravdivě, pravdivý, pravý, reálný, skutečno, současný, správný, věcný, aktivní, činný, dělný, operativní, plodný, produktivní, výnosný
αποτελεσματικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: effektiv, effektvoll, effizient, echt, real, tatsächlich, wahr, wahrhaft, wirklich, erfolgreich, wirklichkeitsfremd, wirksam, wirkungslose, ausgiebig, ergiebig, leistungsfähig
αποτελεσματικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: effektiv, ægte, egentlig, faktisk, gedigen, real, rigtig, sand, virkelig, god, operativ, produktiv
αποτελεσματικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: efectivo, eficaz, actual, positivo, real, verdadero, acertado, eficiente, productivo
αποτελεσματικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: effectif, efficace, actuel, positif, réel, titulaire, véritable, vrai, actif, bienfaisant, verbe, productif
αποτελεσματικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: effettivo, efficace, efficiente, fattivo, attuale, reale, vero, attivo, valido, produttivo
αποτελεσματικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: effektiv, ekte, faktisk, gedigen, livaktig, materiell, real, reell, riktig, sann, verklig, virkelig, effektfull, geskjeftig, god, operativ, fruktbar, produktiv
αποτελεσματικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: действенный, эффективен, эффективный, действителен, действительный, истинный, настоящий, действен, производительный
αποτελεσματικός στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: efektiv, real
αποτελεσματικός στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tehokas, todellinen, tosi, varsinainen, toimiva, antoisa, hedelmällinen
αποτελεσματικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hatásos, hatékony, igazmondó, való, valóságos, eredményes
αποτελεσματικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: eficaz, operativo, actual, efectivo, real, válido, verdadeiro
αποτελεσματικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ефективний, віртуальна, віртуальний, ґрунтовний, дійсний, доступний, досяжний, звук, звучати, здоровий, істинний, можливий, натуральний, нерухомий, нинішній, оперативний, приступний, реальний, справжній, справний, фактичний, дієвий, дійовий, діючий, продуктивний
αποτελεσματικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: efektywny, rzeczywisty, skuteczny, wydajny
αποτελεσματικός στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: faktisk, livaktig, nuvarande, reell, verklig, effektfull, effektiv, god, operativ, verksam, produktiv
αποτελεσματικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рэчаісны, дзейсны, прадукцыйны
αποτελεσματικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tegelik, tõeline
αποτελεσματικός στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: istinit, stvaran, efikasan
αποτελεσματικός στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: tikras
αποτελεσματικός στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: adevărat, real
αποτελεσματικός στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

αποτελεσματικός συνώνυμα, αποτελεσματικός γονέας, αποτελεσματικός εκπαιδευτικός, αποτελεσματικός λογαριασμός, αποτελεσματικός διευθυντής, αποτελεσματικός αγγλικά, αποτελεσματικός ηγέτης, αποτελεσματικός εκπαιδευτικός αποτελεσματική διδασκαλία, αποτελεσματικός αντώνυμο, αποτελεσματικός θηλασμός