lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποταμιεύω

Λεξικό: αγγλικά αποταμιεύω
Μεταφράσεις: economize, save, skimp, spar, spare
αποταμιεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: šetřit, spořit, spořivý, střádat, uchovat, ušetřit, uspořit
αποταμιεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ersparen, erübrigen, schonen, sparen, verschonen, einsparen
αποταμιεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: spare
αποταμιεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ahorrar, economizar
αποταμιεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: économiser, épargne, épargner, ménager, respecter, thésauriser
αποταμιεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: economizzare, risparmiare
αποταμιεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bespara, spare
αποταμιεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: копить, щадить, экономить
αποταμιεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bespara, skona
αποταμιεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: armahtaa, pitää, säästää
αποταμιεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beoszt, megkímél, megtakarítani, spórol, takarékoskodni
αποταμιεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: taupyti
αποταμιεύω στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: ušetriť
αποταμιεύω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: економити, заощаджувати, скупіться
αποταμιεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: oszczędzać, zaoszczędzać
αποταμιεύω στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: säästma
αποταμιεύω στα εσθονική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: economizar
αποταμιεύω στα πορτογαλικά »

Σχετικές λέξεις

αποταμιεύω ταχυδρομικο ταμιευτηριο, αποταμιεύω ττ, αποταμιεύω στα αγγλικα, αποταμιεύω αγγλικά, λογαριασμός αποταμιεύω