lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποτέλεσμα

Λεξικό: αγγλικά αποτέλεσμα
Μεταφράσεις: effect, consequence, culmination, fallout, outcome, result, score, sum, transform, upshot, ascendancy, resulting, aftermath, corollary, issue, outgrowth, product, return, yield
αποτέλεσμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dojem, efekt, jev, následek, účinek, účinnost, vliv, výsledek, skóre, úspěch, důležitost, důsledek, východ
αποτέλεσμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: auswirkung, effekt, ergebnis, folge, resultat, wirkung, befund, erfolg, konsequenz, nachwirkung, ausfall, ausgang, fazit
αποτέλεσμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: effekt, følge, konsekvens, resultat, udfald, virkning, fait, eftervirkning, slutsats, udgang, ydelse
αποτέλεσμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: consecuencia, efecto, resulta, resultado, secuela, éxito, suceso, consiguiente, salida
αποτέλεσμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: effet, résultat, performance, score, succès, conséquence, suite, aboutissement, ballottage, exécution, issue, résultante
αποτέλεσμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: effetto, risultato, esito, punteggio, conseguenza, conclusione
αποτέλεσμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: effekt, fasit, følge, resultat, utfall, ettervirkning, konsekvens, virkning, slutsats, utgang, utslag, ytelse
αποτέλεσμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: воздействие, эффект, результат, последствие, следствие, выход, исход, итог
αποτέλεσμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: effekt, resultat, efterklang, följd, konsekvens, påföljd, verkan, virkning, facit, förge, rön, slutsats, utfall, utslag
αποτέλεσμα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: veprim, rezultat
αποτέλεσμα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: последствие, резултат, следствие
αποτέλεσμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tagajärg
αποτέλεσμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: teho, vaikutus, seuraus, tulos
αποτέλεσμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: eredmény, hatály, hatás, okozat, következmény, pontarány, teljesítmény
αποτέλεσμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: padarinys, pasekmė, poveikis
αποτέλεσμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: conclusão, consequência, consequencial, efeito, impressão, resultado, afeito, conclusas, resulta, sequela, porta, saída, seguida
αποτέλεσμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: efekt
αποτέλεσμα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ефект, видобуток, випадок, виписувати, випуск, випускати, висновок, закінчення, кінець, наслідок, нащадок, паросток, подія, послідовність, потомство, припинення, продовження, продукт, продукція, результат, ряд, черговість, чинність, довідка, дослідження, запит, запитання, попит, розслідування, слідство
αποτέλεσμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: efekt, rezultat, skutek, wynik
αποτέλεσμα στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рэзультат, вынік, следства
αποτέλεσμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: rezultat, posljedica
αποτέλεσμα στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: efect, rezultat
αποτέλεσμα στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

αποτέλεσμα συνώνυμο, αποτελεσματα τζόκερ, αποτέλεσμα κινο, αποτέλεσμα fisher, αποτέλεσμα εκκαθάρισης μηδενικό, αποτέλεσμα ποδόσφαιρο, αποτέλεσμα αεκ, αποτέλεσμα προπο, αποτέλεσμα ολυμπιακού, αποτέλεσμα εκκαθάρισης χρεωστικό