lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποπνικτικός

Λεξικό: αγγλικά αποπνικτικός
Μεταφράσεις: airless, airtight, air-tight, frowsty, frowzy, fuggy, muggy, oppressive, sticky, stuffy, sultry, damp, humid
αποπνικτικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dusný, nedýchatelný, parný, tíživý
αποπνικτικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dumpf, schwül, stickig
αποπνικτικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: krav, kvalm, lummer
αποπνικτικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ahogado, bochornoso, cerrado, sofocador, sofocante
αποπνικτικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: confiné, étouffant, irrespirable, lourd, simoun, suffocant, vaporeux
αποπνικτικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: afoso, opprimente, soffocante
αποπνικτικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kvalm, kvalmig, kvav, lummer
αποπνικτικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: душен, душный, затхлый
αποπνικτικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kvalmig, kvav, lummer
αποπνικτικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: душны
αποπνικτικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: helteinen, hiostava
αποπνικτικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fullasztó, fülledt
αποπνικτικός στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безповітряний, близький, близько, душний, завершення, задушливий, закривати, закрити, закриття, зачинити, зачиняти, пекучий
αποπνικτικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: duszny, parny
αποπνικτικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αποπνικτικός συνωνυμα