lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποπληξία

Λεξικό: αγγλικά αποπληξία
Μεταφράσεις: apoplexy
αποπληξία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: mrtvice
αποπληξία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: apoplexie, schlag, schlaganfall, insult, stoß
αποπληξία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: apopleksi, hjerteslag
αποπληξία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apoplejía, congestión
αποπληξία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: apoplexie
αποπληξία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: apoplessia, ictus
αποπληξία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: apopleksi, hjerteslag
αποπληξία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: апоплексия, удар
αποπληξία στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: апаплексія, удар
αποπληξία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: halvaus
αποπληξία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kap
αποπληξία στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apoplexia, acampando, acometida, choque, impulso
αποπληξία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zdvih
αποπληξία στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: апоплексія, бити, бокс, брикати, брикатися, брила, вибирати, вибір, вибрати, визбирувати, висувати, висуватися, висунути, висунутися, відкриття, віяти, вражати, вразити, гідний, дмухати, дмухнути, дути, зарубка, збирати, здатний, зібрати, зірвати, касир, клеймо, коробка, котлета, куля, ложа, ляпати, набирати, набрати, обліковець, оповідач, пересувати, пересунути, підбирати, підібрати, підплигування, підходити, плескати, подути, поштовх, приголомшити, приголомшувати, придатний, припадок, просувати, просуватися, просунути, просунутися, розбийте, рубати, скринька, скриня, скупчувати, страйк, страйкувати, струс, стусан, удар, укладати, укласти, шаткувати, шок, шокувати, штовхати, штовхнути, ящик
αποπληξία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: apopleksja, udar
αποπληξία στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csapás, ütés
αποπληξία στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

αποπληξία λεξικό, αποπληξία υπόφυσης, αποπληξία ετυμολογία, αποπληξία τι σημαινει, αποπληξία τι ειναι, αποπληξία βικιπαίδεια, αποπληξία τησ υπόφυσησ, αποπληξία english, αποπληξία ορισμος, εγκεφαλική αποπληξία