lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποκτώ

Λεξικό: αγγλικά αποκτώ
Μεταφράσεις: acquire, attain, extract, obtain, qualify, derive, earn, gain, procure, profit
αποκτώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dosáhnout, dosahovat, dostat, dostávat, nabýt, obdržet, vydobýt, získat, získávat, vydělávat, vyhrát
αποκτώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abgewinnen, erringen, gewinnen, ausbitten, erlangen, erwerben, verdienen
αποκτώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anskaffe, få, opnå, vinde, fortjene, henna
αποκτώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adquirir, lograr, obtener, sacar, conseguir, ganar
αποκτώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: gagner, obtenir, acquérir, emporter, impétrer
αποκτώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: conseguire, ottenere, acquisire, acquistare, ricavare, guadagnare, vincere
αποκτώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anskaffe, få, oppnå, utvirke, hinna, spara, vinne
αποκτώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: испросить, получить, получать
αποκτώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: få, förvärva, hinna, spara
αποκτώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: атрымоўваць, атрымліваць, захворваць, здабываць, набываць, нажываць
αποκτώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: saada, ammentaa, ansaita, hankkia, kostua, voittaa
αποκτώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dobiti, postići, steći
αποκτώ στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: įgyti, laimėti, pasiekti
αποκτώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alcançar, lograr, obtentor, obter, sacar, adquirir, arrancar, arranjar, conseguir, recuadas, auferir, ganhar, lucrar
αποκτώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: uzyskać, uzyskiwać, zyskać
αποκτώ στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: omandama
αποκτώ στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elnyerni, megszerezni
αποκτώ στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виграш, висновок, відновити, відновлювати, діставати, домогтися, досягати, досягнути, збільшитися, збільшуватися, зведення, здобути, конспект, набувати, набути, накопичуватися, наростати, нарости, наростіть, одержати, одержувати, отримайте, отримати, отримувати, поновити, поновлювати, придбати, приймати, прийняти, принесіть, принести, приносити, резюме
αποκτώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fitoj
αποκτώ στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

αποκτώ συνώνυμο, αποκτώ μετάφραση, αποκτώ μετάφραση αγγλικά, αποκτώ in english, αποκτώ αντωνυμο, αποκτώ κλίση, αποκτώ προστακτική, αποκτώ γνώση, αποκτώ ετυμολογια, αποκτώ translate