lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποθηκεύω

Λεξικό: αγγλικά αποθηκεύω
Μεταφράσεις: conserve, keep, preserve, reset, store, treasure
αποθηκεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chovat, hlídat, konzervovat, podržet, schraňovat, skladovat, uchovat, udržovat, uskladnit, zachovat, zachovávat, zavařit, zavařovat, akumulovat, nahromadit
αποθηκεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufbewahren, aufheben, behalten, bewachen, bewahren, erhalten, speichern, überwachen, verwahren, ablagern, lagern
αποθηκεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beholde, bevare, forvare
αποθηκεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: conservar, custodiar, guardar, quedar, almacenar
αποθηκεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: conserver, entreposer, garder, emmagasiner
αποθηκεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: conservare, custodire, mantenere, rimanere, riservare, serbare, tenere, trattenere, immagazzinare
αποθηκεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: beholde, bevare, forvare, oppbevare, lagra
αποθηκεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: сберегать, сохранять, хранить, складировать
αποθηκεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ruaj
αποθηκεύω στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: запазвам
αποθηκεύω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: захоўваць
αποθηκεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: hoidma
αποθηκεύω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pitää, säilyttää, varjella
αποθηκεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: conservar, custodiar, guardar, quedar, almadense
αποθηκεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: володійте, володіти, далі, зберегти, зберігати, мати, оволодіти, охопити, охоплювати, підтримайте, підтримати, підтримувати, продовжити, продовжувати, продовжуватися, продовжуйтеся, точитись, утримати, утримувати
αποθηκεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przechowywać, składować
αποθηκεύω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lagra, magasinera
αποθηκεύω στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις

αποθηκεύω συνώνυμο, αποθηκεύω τρόφιμα, αποθηκεύω συνώνυμα, πώς αποθηκεύω