lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποζημίωση

Λεξικό: αγγλικά αποζημίωση
Μεταφράσεις: compensation, amends, award, damage, damages, indemnification, indemnify, indemnity, reparation, restitution, atonement, recompense, recovery, redress, alignment, equating, flattening, offset, offsetting, settlement
αποζημίωση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kompenzace, náhrada, nahrazení, odškodnění, vyrovnání, bonifikace, odměna, odškodné, odplata, kompenzovat, úhrada, urovnání, vykompenzovat, vyřízení, vyrovnávání, vyrovnávat, zarovnání
αποζημίωση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abgleich, kompensation, abfindung, entschädigung, ersatz, rückvergütung, schadenersatz, vergütung, belohnung, ausgleich, ausgleichen, gleichstellung
αποζημίωση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: erstatning, belønning, skadeserstatning
αποζημίωση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: compensación, desagravio, enmienda, indemnización, premio, recompensa, alineación
αποζημίωση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compensation, décompensation, dédommagement, indemnisation, indemnité, récompense, ajustage, ajustement, alignement, aplanissement, compenser, dégauchissage, égalisation, handicap, planage
αποζημίωση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: compenso, indennità, indennizzo, risarcimento, mercede, ricompensa, allineamento, pareggio
αποζημίωση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: erstatning, godtgjørelse, skadeserstatning, belønning
αποζημίωση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: возмещение, компенсация, неустойка, вознаграждение, выравнивание, подравнивание
αποζημίωση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: gottgörelse, kompensation, ersättning, skadestånd
αποζημίωση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: обезщетение, компенсация
αποζημίωση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кампенсацыя, аплата, замена, зварот, кампенсаванне, выраўноўванне
αποζημίωση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: recompensa, desquite, premio, reembolso, alineazita
αποζημίωση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: балансування, виплата, відшкодування, індемнітет, компенсація, компенсування, контрибуція, окупність, офсетний, повертання, репарація, розбір, розгляд, розглядання, видужання, винагорода, відновлення, відплата, відшкодовування, загладжування, звільнення, квитанція, одужання, оплата, повернення, погашення, позичка, покутування, спокутування, вирівнювання, класифікація, підбивка, підбійка, підкладка, рівняння
αποζημίωση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kompensacja, odszkodowanie, rekompensata, wyrównanie
αποζημίωση στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hyvitys, korvaus, palkinto, vahingonkorvaus, ojennus
αποζημίωση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nagrada
αποζημίωση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kárpótlás, kártalanítás, kártérítés, viszonzás
αποζημίωση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: atlyginimas
αποζημίωση στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

αποζημίωση απόλυσης 2014, αποζημίωση δικαστικών αντιπροσώπων 2014, αποζημίωση αδείας, αποζημίωση απόλυσης σε δόσεις, αποζημίωση απόλυσης 2012, αποζημίωση χρήσης, αποζημίωση εκλογών 2014, αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, αποζημίωση εκτός έδρας, αποζημίωση δημοτικών συμβούλων