lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποδεκατίζω

Λεξικό: αγγλικά αποδεκατίζω
Μεταφράσεις: decimate
αποδεκατίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: decimovat, ničit, zničit
αποδεκατίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dezimieren
αποδεκατίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: diezmar
αποδεκατίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: décimer
αποδεκατίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: истреблять
αποδεκατίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выводзіць, вынішчаць, губіць, знішчаць
αποδεκατίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: mascarar, dizimar
αποδεκατίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: викореніть, винищити, винищувати, знищити, знищте, знищувати, зруйнувати, руйнувати, споживати, спожити, чахніть
αποδεκατίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dziesiątkować, zdziesiątkować
αποδεκατίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αποδεκατίζω ετυμολογία, αποδεκατίζω συνώνυμα, αποδεκατίζω σημασια