lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποδεικνύω

Λεξικό: αγγλικά αποδεικνύω
Μεταφράσεις: demonstrate, argue, assert, command, confirm, lead, prove, submit, vindicate, accord, appear, bestow, display, exert, exhibit, manifest, show, transpire, emerge, indicate, say, screen, assay, attempt, chance, rehearse, sample, taste, test, try, convict, proven, relate
αποδεικνύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: demonstrovat, dokázat, manifestovat, předvést, projevit, prokázat, ukázat, znázornit, argumentovat, dokazovat, ovládat, poručit, prokazovat, prozrazovat, rozkázat, rozkazovat, svědčit, ukazovat, velet, jevit, předložit, předvádět, projevovat, zobrazit, zobrazovat, indikovat, naznačit, naznačovat, udávat, vycházet, vyjít, vypadat, značit, chutnat, cítit, ochutnat, ochutnávat, okusit, pokoušet, ukázka, vyzkoušet, vzorek, zakusit, zkoušet, zkusit, přemluvit, usvědčit
αποδεικνύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: demonstrieren, präsentieren, vormachen, zeigen, anführen, angeführt, befehlen, befehligen, beweisen, erweisen, führen, kommandieren, äußern, bekunden, bezeigen, entgegenbringen, vorweisen, aufkommen, aussehen, erscheinen, vorlegen, vorzeigen, ausprobieren, erproben, kosten, probieren, prüfen, schmecken, verkosten, versuchen, ausweisen, darlegen, dartun, ergeben
αποδεικνύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: demonstrere, vise, anføre, argumentere, bevise, kommandere, lede, forevise, anvise, fremture, se, syne, forske, forsøge, prøve, smage, teste
αποδεικνύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asomarse, demostrar, manifestarse, acaudillar, argumentar, indicar, probar, asomar, enseñar, exhibir, lucir, manifestar, mostrar, resultar, aparecer, ostentar, presentar, catar, degustar, ensayar, espécimen, examinar, experimentar, gustar, intentar, muestra, paladear, pretender, saborear, tentar, corroborar, evidenciar, justificar
αποδεικνύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: démontrer, manifester, montrer, argumenter, commander, indiquer, prouver, exhiber, faveur, représenter, signaler, témoigner, déguster, éprouver, essayer, goûter, préluder, ressayer, savourer, tâter, tenter, convaincre, établir, justifier, montre
αποδεικνύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dimostrare, esibire, indicare, presentare, comandare, comprovare, ordinare, provare, manifestare, mostrare, apparire, parere, sembrare, assaggiare, assaggio, campione, cimentare, collaudare, degustare, esemplare, esperimentare, gustare, saggiare, saggio, tentare
αποδεικνύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: demonstrere, framføre, vise, anføre, argumentere, bevise, godtgjøre, kommandere, lede, forevise, presentere, synas, anvise, fremtre, oppvise, peke, syne, utpeke, avprova, forsøke, prova, prøva, prøve, smaka, smake, bevisa
αποδεικνύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: демонстрировать, доказывать, показывать, командовать, оказывать, предъявлять, казать, пробовать, пытать, проявлять
αποδεικνύω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дэманстраваць, даводзіць, даказваць, дамазваць, даносіць, аказвацца, аказваць, выяўляцца, оказывается, выказваць, выяўляць, паказвацца, панаклікаць, праяўляць, прабаваць, пробаваць
αποδεικνύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: näyttää, osoittaa, todistaa, johtaa, käskeä, esittää, esiintyä, ilmestyä, tuntua, koetella, koettaa, koetus, kokea, näyte, tavaranäyte, yrittää
αποδεικνύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: assinalar, assomasse, mostrar, acautelar, argumentar, justificar, mandar, prescrever, provar, exibir, favorecer, manifestar, resultar, aparecer, indicar, amostra, catar, degustar, ensaiar, espécime, espécimen, examinar, experimentar, intentar, paladar, pretender, prova, saborear, tentar, evidenciar
αποδεικνύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бавитися, вистава, гра, грати, демонструвати, демонструйте, доведіть, довести, доводити, доказати, доказувати, показувати, програти, продемонструвати, розвага, розважатися, аргументуйте, виправдайте, зазнавати, зазнати, запевніть, затверджувати, затвердити, заявити, заявіть, заявляти, обговорювати, обґрунтовувати, обґрунтувати, обстоювати, підкорити, підкоритися, підкоріться, підкоряти, підкорятися, підпирати, підтримайте, підтримати, підтримувати, подавати, подати, представити, представляти, сперечатися, стверджувати, твердити, утверджувати, бувати, бути, видаватися, виконайтеся, винагорода, виплатити, виплачувати, виявлятись, виявлятися, відбуватися, відбутися, відплата, вчинити, вчиняти, зайнятися, заплатити, опинятися, плата, платити, платня, поширити, поширювати, продовжтеся, простиратися, простягати, простягатися, простягнути, простягнутися, протягати, робити, розплата, розтягнути, розтягувати, розширений, розширяти, скоїтися, сплатити, сплачувати, станьтеся, статися, сягати, трапитися, траплятися, ведмідь, викривати, викрити, виникати, виступити, виявити, виявляти, відкривати, відкрити, відмітити, відмічати, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, володіння, володіти, дарувати, дарунок, держати, здаватися, казати, наказати, наказувати, написати, напишіть, нести, нинішній, носити, означити, опинитися, оповідати, пер, передати, перенести, переносити, писати, подарувати, подарунок, позначати, показати, показуватись, показуватися, презентувати, присутній, провести, проводити, прочитаний, прочитані, прочитати, родити, розказати, розказувати, розпізнавати, розповісти, скажіть, спекулянт, сучасний, теперішній, тлумачити, тримати, триматися, уродити, читати, куштувати, пробувати, витримати, витримувати, розпізнати, розповідати
αποδεικνύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: demonstrować, dowodzić, okazywać, pokazywać, próbować, udowadniać, uwidaczniać, wykazywać
αποδεικνύω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anföra, befäl, lede, synas, skylta, vise, avprova, försöka, probera, prova, pröva, smaka, bevisa
αποδεικνύω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: komandoj, provoj, përpiqem, shijoj
αποδεικνύω στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tõestama, ilmuma, osutama, näidis, püüdma
αποδεικνύω στα εσθονική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: образец, опитвам
αποδεικνύω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: probati
αποδεικνύω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kísérletet, próbál, próbálni, bizonyít
αποδεικνύω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bandinys, mėginys, pavyzdys, tikrinti
αποδεικνύω στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

αποδεικνύω στα αγγλικα, αποδεικνύω συνώνυμο, αποδεικνύω συνώνυμα, αποδεικνύω ετυμολογια, αποδεικνύω κλιση, αποδεικνύω αντωνυμα