lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποδείξεις

Λεξικό: αγγλικά αποδείξεις
Μεταφράσεις: affirmation, argument, averment, demonstrate, evidence, obviousness, plea, proof, record, clearness, sheer
αποδείξεις στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: doklad, důkaz, důvod, listina, obsah, svědectví, evidence, zjevnost
αποδείξεις στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: argument, ausweis, beleg, beweis, nachweis, pfand, probe, rechtsbeweis, zeugnis, augenscheinlichkeit
αποδείξεις στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: argument, bevis, dokument, selvfølge
αποδείξεις στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: argumento, carné, comprobante, dato, evidencia, probanza, prueba, testimonio
αποδείξεις στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: alibi, argument, carte, démonstration, document, identité, livret, pièce, preuve, témoignage, évidence, palpabilité
αποδείξεις στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: argomento, dimostrazione, prova, testimonianza, evidenza
αποδείξεις στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: argument, belegg, bevis, dokument, selvfølge
αποδείξεις στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: довод, доказательство, очевидность
αποδείξεις στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: argument, belägg, bevis, gärd
αποδείξεις στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: довод
αποδείξεις στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: довад, доказ
αποδείξεις στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: osoitus, perustelu, todiste
αποδείξεις στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: argument, dokaz
αποδείξεις στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bizonyíték, igazolvány, okirat, okmány
αποδείξεις στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: argumentas, įrodymas
αποδείξεις στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: argumentação, argumento, evidencia, prova
αποδείξεις στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: argument
αποδείξεις στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dôkaz, samozrejmosť
αποδείξεις στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виправдання, віндикація, демонстрація, довід, доказ, докази, захист, зізнання, обґрунтування, реабілітація, свідчення
αποδείξεις στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dowód, oczywistość
αποδείξεις στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αποδείξεις 2014, αποδείξεις 2013, αποδείξεις δαπανών 2014, αποδείξεις εφορίας 2013, αποδείξεις δαπανών, αποδείξεις λιανικών συναλλαγών, αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης 2014, αποδείξεις φορολογική δήλωση 2014, αποδείξεις εφορίας 2014, αποδείξεις για το 2014