lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αποδίδω

Λεξικό: αγγλικά αποδίδω
Μεταφράσεις: appropriate, assign, dedicate, design, destine, devote, divert, intend, schedule, allocate, allot, apportion, attach, ration, adequacy, arrogate, ascribe, attribute, impute
αποδίδω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: předurčit, přičítat, přidělit, přikázat, připsat, rezervovat, stanovit, určit, určovat, ustanovit, věnovat, vyhradit, vykázat, imputovat, obviňovat, přičíst, přisoudit, přisuzovat
αποδίδω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: auswerfen, bestimmen, reservieren, anweisen, zuteilen, zuweisen, beimessen
αποδίδω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asignar, destinar, predestinar, agregar, achacar, atribuir, imputar
αποδίδω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affecter, assigner, attribuer, destiner, prédestiner, réserver, imputer
αποδίδω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assegnare, destinare, predestinare, attribuire, stanziare, ascrivere
αποδίδω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: esle, bevilge, tildele, tillegge
αποδίδω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: назначать, предназначать, прочить, наделять, придавать, приписывать
αποδίδω στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: varata
αποδίδω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felajánl, beoszt, hozzáírni
αποδίδω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: assinar, designar, destinar, atribuir, imputar
αποδίδω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przeznaczać, przydzielać, przypisywać
αποδίδω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: tildele
αποδίδω στα δανική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tilldela
αποδίδω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прыпісваць
αποδίδω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: atribút
αποδίδω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акредитувати, викласти, відіслати, відправити, відправляти, відсилати, додавати, додати, застелити, звернути, звернутися, звертатися, класти, накривати, накрити, передавати, передати, покладати, покласти, положення, положити, постелити, пошліться, прикладіться, прикріпити, прикріплювати, прикріпляти, приписати, приписувати, стелити, твердити, уповноважити, уповноважте, уповноважувати
αποδίδω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

αποδίδω συνώνυμα, αποδίδω στα αγγλικά, αποδίδω σημασία, αποδίδω τα εύσημα, αποδίδω τα του καίσαρος τω καίσαρι, αποδίδω τα ίσα, αποδίδω κλίση, αποδίδω φόρο τιμήσ, αποδίδω καρπούς, αποδίδω δικαιοσύνη