lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: απλός

Λεξικό: αγγλικά απλός
Μεταφράσεις: artless, austere, blunt, direct, easy, erect, forthright, frugal, homely, homespun, inartificial, plain, plumb, plump, recto, rustic, sheepish, simple, simpleminded, simple-minded, straight, straightforward, unaffected, unlearned, unsophisticated, upright, accustomed, customary, habitual, mere, ordinary, usual, wonted
απλός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezelstný, čestný, hladký, jednoduchý, kolmý, naivní, neohrabaný, otevřeně, otevřený, pravý, přímo, přímý, přirozený, prostý, rovně, rovnou, rovný, rustikální, selský, skromný, střídmý, střízlivý, svislý, upřímný, venkovský, vesnický, zpříma, běžný, normální, obvyklý, obyčejný, pouhý, zvyklý
απλός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufrecht, augenscheinlich, bäuerlich, direkt, einfach, einfältig, einleuchtend, gerade, geradewegs, klar, ländlich, offenbar, recht, schlicht, schlichten, simpel, unmittelbar, gemein, gewohnheitsmäßig, gewöhnlich, normal, ordentlich, ordinär, üblich
απλός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: brakke, direkte, enfoldig, enkel, enkelt, lige, ordinær, primitiv, rak, rakt, rank, rat, ret, simpel, tvær, umiddelbar, almindelig, banal, gemen, sædvanlig, vanlig
απλός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: austero, claro, derecho, directamente, directo, evidente, franco, ingenuo, liso, llano, manifiesto, mero, recto, rústico, seguido, sencillo, simple, sincero, vulgar, común, corriente, habitual, normal, ordinario, raso, usual
απλός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: debout, direct, directement, droguiste, droit, élémentaire, grossi, incomplexe, ingénu, rustique, simple, sobre, travaux, uni, courant, habituel, monnaie, normal, ordinaire, poirée, usuel
απλός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: destro, direttamente, diretto, diritto, dritto, liscio, mero, netto, piano, retto, ritto, rusticano, rustico, semplice, abituale, comune, consueto, consuetudinario, normale, ordinario, solito, usuale
απλός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bein, brakke, direkte, enfoldig, enkel, enkelt, grei, jevn, lett, ordinær, primitiv, rak, rakt, rank, rat, rett, simpel, tarvlig, tvær, umiddelbar, alminnelig, banal, gemen, sedvanlig, vanlig
απλός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: деревенский, несложный, очевидный, прост, простой, прямо, прямой, явный, ясный, обыкновенный, обычный
απλός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avtrubba, brekke, direkt, enkel, ordinär, primitiv, rak, rakt, rank, rät, simpel, tarvlig, tvär, banal, vanlig
απλός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прамы, роўны, звычайны
απλός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: lihtne, otse, otsene, sirge, tavaline
απλός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: mutkaton, pystyssä, suora, suoraan, välitön, normaali, tavallinen, yleinen
απλός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: direktan, direktno, jednostavan, ravan, ravno, običan, redovan, uobičajen
απλός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: direkt, egyenes, egyszerű, keresetlen, parasztos, szókimondó, mindennapi, rendes
απλός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: paprastas, tiesiogiai, tiesioginis, tiesus
απλός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: austero, claro, directamente, directo, direito, evidente, franco, mero, recto, rústico, seguido, simples, sincero, singelo, comum, habitual, ordinário, raso, usual, vulgar
απλός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: direct, drept
απλός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: банальний, безпосередній, безсторонній, близький, важкий, виправити, виправитися, виправляти, виправлятися, вирівнювати, вирівнюватися, відвертий, вірний, вірно, гострий, заяложений, звичайний, зовсім, зрозумілий, квартира, лисий, масивний, миттєвий, міцний, млявий, направо, невигадливий, негайний, некрасивий, нерівний, неупереджений, нудний, обдурити, обдурювання, обдурювати, однокольоровий, одноокий, очевидний, плаский, плескатий, плоский, площина, повністю, правий, правильний, правильно, право, простий, прямий, прямій, прямо, прямої, прямою, рівний, рівнина, різкий, справедливий, справедливо, стоячий, суворий, тракт, тяжкий, черговий, шерехатий, шершавий, шорсткий, щирий, щиросердечний, щиросердий, ясний
απλός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: prosty, zwyczajny
απλός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

απλός γάμος, απλός διακόπτης, απλός ενεστώτας, απλός συνώνυμα, απλός τόκος, απλός έρπητας, απλός έρπης, απλός μαθηματικός τύπος αποδίδει μόνιμα κέρδη στο στοίχημα, απλός ενεστώτας στα αγγλικά, απλός αόριστος αγγλικά