lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: απαλός

Λεξικό: αγγλικά απαλός
Μεταφράσεις: calm, gentile, gentle, low, mum, noiseless, orderly, peaceful, quiescent, quiet, reposeful, silent, silently, soft, still, tacit, tranquil, tubby, wordless, dainty, delicate, exquisite, exquisiteness, fine, fine-spun, fond, fragile, gentlest, mild, nice, queasy, sappy, scabrous, sensitive, silken, squeamish, sweet, tender, tenuous, thin-skinned, ticklish, benign, benignant, bland, clement, easeful, genial, graceful, graded, kind, lenient, light, meek, mellow, placid, smooth, smooth-tempered, suave, tame
απαλός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezhlučný, bezvětří, dolní, hluboký, jemný, klid, klidný, malý, mírný, mlčenlivý, mlčící, nehlučný, nerušený, nešlechetný, něžný, nízko, nízký, poklidný, pokoj, pokojný, potichu, povlovný, slabý, ticho, tichý, tlumený, vulgární, zamlklý, bystrý, choulostivý, delikátní, dobrý, háklivý, hodný, jemně, konec, křehký, lahodný, lámavý, lomivý, měkký, milý, pěkný, přecitlivělý, příjemný, ryzí, sladký, subtilní, tenký, útlocitný, útlý, vybíravý, způsobný, benigní, lehký, líbezný, shovívavý
απαλός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: friedlich, fromm, gelassen, geräuscharm, geräuschlos, leise, mild, niedrig, ruhig, sacht, sanft, schweigend, stilisiert, still, stillschweigend, weich, brüchig, delikat, dünn, empfindlich, fein, feinfühlig, gebrechlich, heikel, rücksichtsvoll, schön, süß, zart, zärtlich, zerbrechlich, zierlich, gutartig, harmlos, lau, leicht, sanften, sanftmütig, zahm
απαλός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blid, blikstille, blød, lav, lydløs, mild, ro, rolig, sød, stilhed, stille, tyst, ussel, delikat, fin, flink, lækker, lempelig, len, mør, ømtålig, prekær, sart, sit, skør, skrøbelig, smuk, subtil, tander, vanskelig, varlig, from, godartet, lindring, lun
απαλός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apacible, bajo, blando, callado, mudo, quieto, silencio, silencioso, sordo, sosegado, suave, tácito, tranquilidad, tranquilo, bueno, delgado, delicado, fino, frágil, muelle, primoroso, quebradizo, sutil, tenue, vidrioso, benigno, dócil, dulce, indulgente, manso, plácido, templado
απαλός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bas, calme, coi, doux, feutré, paisible, petit, silencieux, tacite, terrain, tranquille, dégoûté, délicat, douillet, fin, fluet, fragile, gentil, gracile, morbide, mou, subtil, tendre, béni, bénin, caressant, clément, placide, suave, tempéré, traitable
απαλός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: basso, blando, calma, calmo, cheto, lieve, mite, morbido, pacatezza, quiete, quieto, sereno, silenzioso, tacito, tranquillo, zitto, amorevole, cagionevole, cortese, delicato, esile, fine, fino, fragile, gracile, gradevole, molle, sottile, tenero, tenue, benigno, clemente, mansueto, pacifico, placido, soave
απαλός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blid, blikkstille, lav, lugn, lydløs, mild, myk, ro, rolig, søt, stilla, stille, stillferdig, stillhet, taus, tyst, ussel, bløt, damemessig, delikat, fin, kinkig, klen, lekker, lempelig, len, linn, mør, ømtålig, ørfin, prekær, sart, skjør, skrøpelig, snill, subtil, tander, varlig, veik, bli, from, godartet, lindrig, lun, mill, mjuk, smul
απαλός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: безмолвный, бесшумен, бесшумный, кроткий, мирный, молчаливый, мягкий, небольшой, невысокий, низкий, покой, спокойный, спокойствие, тихий, деликатен, деликатный, изысканный, мелкий, нежный, тонкий, добрый
απαλός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lugn, rolig, ställe, stilla, tyst, blid, blöt, bräcklig, brännbar, delikat, fin, finkänslig, hänsynsfull, kinkig, klen, len, ömsint, ömtålig, omtänksam, prekär, späd, spröd, subtil, tanger, beskedlig, from, godartad, lindrig, mild, mjuk, skonsam, smul
απαλός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бязгучны, бясшумны, нiзкi, панчоха, ціхі, кволы, ласкавы, пяшчотны, мяккі
απαλός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: leebe, madal, õrn, pehme, tüüne, vaikne, delikaatne, peen
απαλός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alava, alhainen, halpamainen, hento, hiljainen, tyyni, vieno, armas, hauras, heikko, hellä, hempeä, hieno, ihana, lauha, lempeä, löysä, makea, murea, pehmeä, rapea, veltto, laimea, lauhkea, sävyisä
απαλός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: miran, nizak, sladak, mekan
απαλός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alacsonyan, bársonyos, csend, kis, nyugodt, szelíd, enyhe, finom, gyengéd, kényes, válogatós, lágy
απαλός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: minkštas, ramumas, ramus, ramybė, švelnus, tyla, tylus, žemas, gležnas, keblus, meilus, plonas, puikus, smulkus, subtilus, trapus, malonus
απαλός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: baixo, brando, calado, calma, calmo, doce, macio, manso, meigo, mudo, plácido, quedo, quieto, sereno, sigiloso, silencio, silêncio, silencioso, sossegado, suave, tácito, tranquilo, ameno, belo, delgado, delicado, fino, fofo, frágil, grácil, mimoso, multe, primoroso, quebradiço, anteriorizado, benigno, dúctil, indulgente, plástico, sedoso
απαλός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: jos, indulgent
απαλός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: tih, mehek
απαλός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безгучний, безмовний, безшумний, брутальний, все-таки, досі, знижений, лагідний, мишачий, мовчазний, мовчати, невеликий, невисокий, недостатній, нерухомий, низький, низько, проте, слабкий, тихий, ще, ароматний, витончений, вишуканий, відданий, делікатний, кашкоподібний, крихкий, ламкий, люблячий, мелодичний, мелодійний, ніжний, присвячений, пропозиція, пухнастий, тонкий, шовковий, бавовняний, безвільний, ввічливий, великодушний, вид, видача, витікання, добрий, доброякісна, доброякісне, доброякісний, кульгавість, кульгати, милосердний, милостивий, піддатливий, поблажливий, поступливий, поступливість, привітний, прихильний, різновид, сорт, співчутливий, сприятливий, тендітний, тип, шкутильгати
απαλός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cichy, delikatny, łagodny
απαλός στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ëmbël
απαλός στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

απαλός συνώνυμα, απαλός αλεξανδρούπολης, απαλός έβρου, απαλός συνωνυμα, απαλός αλεξανδρούπολη