lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: απαιτώ

Λεξικό: αγγλικά απαιτώ
Μεταφράσεις: assert, claim, demand, firmly, insist, solicit, vindicate, entail, exact, necessitate, need, require, stipulate, take, hobnob, inflict, claimed, importune, inspect, requisition, assignment, chore, exercise, function, homework, infliction, job, mandate, naming, object, problem, requirement, task, request
απαιτώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: požadovat, reklamovat, vymáhat, vyžadovat, žádat, dotaz, nárok, poptávka, požádat, požadavek, žádost, způsobit, chtít, nárokovat, potřebovat, cíl, objekt, poslání, pověření, povinnost, práce, problém, úkol, úloha, požadování, přání, reklamace, rekvizice, stížnost, vymáhání
απαιτώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abfordern, fordern, verlangen, annehmen, bedürfen, brauchen, erfordern, aufgeben, beibringen, begehren, haben, arbeit, aufgabe, auftrag, problem, schwierigkeit, soll, anfordern, anforderung, anfrage, anspruch, bedarf, bitte, erfordernis, forderung, nachfrage, postulat, verfangen
απαιτώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fordre, forlange, krav, anse, behov, behøve, efterspørgsel, forfra, inddrive, nød, yrke, anmode, begrav, krave, formål, hensigt, mål, opgave, problem, sak, anmodning, attrå, fordring, ønske
απαιτώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: demandar, exigir, pedir, reclamar, reivindicar, necesitar, requerir, dar, llevar, cuestión, ejercicio, faena, problema, quehacer, tarea, demanda, exigencia, instancia, petición, reclamación, requisito, solicitud
απαιτώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bisser, exiger, postuler, réclamer, redemander, requérir, revendiquer, vouloir, demande, exige, exigence, nécessiter, supposer, donner, demander, entend, prétend, réclame, devoir, entreprise, mission, objectif, problème, tâche, postulation, prétention, réclamation, réquisition
απαιτώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affermare, esigere, invocare, necessitare, pretendere, reclamare, richiedere, rivendicare, sollecitare, vantare, domanda, esigenza, richiesta, domandare, compito, dovere, funzione, incarico, incombenza, mansione, missione, obiettivo, oggettivo, problema, quesito, traguardo, istanza, pretesa, requisito
απαιτώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fordra, forlange, hevde, krav, kreve, påfordra, yrka, anse, behov, etterspørsel, fordre, inndrive, krava, nød, anmode, avfordra, begra, innkreve, påkalle, formål, mål, oppdrag, oppgave, sak, vanskelighet, attrå, begjær, beslagleggelse, bønn, fordring, forutsetning, ønske, rekvisisjon
απαιτώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: требовать, загадать, задать, вожделеть, реквизировать, задавание, задание, задача, востребование, предпосылка, просьба, требование, затребовать, истребовать, потребовать
απαιτώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anmana, anspråk, fordra, hävda, krav, kräva, påfordra, yrka, anse, begära, behov, erfordra, nöd, påkalla, tillfoga, anmaning, avfordra, påyrka, sak, uppdrag, uppgift, anfordran, anmodan, avfordran, fordran, fordring, yrkande
απαιτώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вымагаць, дамагацца, даць, задаць, пытацца, абавязак, заданне, задача, патрабаванне, трэбаванне
απαιτώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tarvita, vaatia, edellyttää, vaatimus, kysyä, kysymys, ongelma, pulma, tehtävä, anomus, kysyntä
απαιτώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: demandar, exigir, instar, necessitar, pedir, postular, precisar, reclamar, reivindicar, carga, cometido, empreitada, emprestada, falena, missiva, problema, tarefa, demanda, instancia, pedido, procura, requisito
απαιτώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dopyt, úloha, dotaz
απαιτώ στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вимагати, відвід, запитайте, запитати, запитувати, запрошувати, питати, попросити, потребувати, поясніть, привласніть, просити, просіть, прохайте, прохати, розтлумачити, спитати, тлумачити, задати, ворота, гол, завдання, задача, мета, мішень, передача, питання, праця, призначення, прицільна, прицільний, проблема, робота, ціль, вимагання, вимога, вимогу, відмовка, заявка, мусити, мусить, необхідність, обман, повинен, повинний, позов, претензія, привід, рекламація
απαιτώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: domagać, wymagać, zadać, zadanie, zażądać
απαιτώ στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: нужда, проблема, работа
απαιτώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: nõudma, nõudlus
απαιτώ στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elvár, követelni, szükséglet, kívánni, feladat, probléma, rendeltetés, tárgy, vállalkozás, igénybevétel, kereslet
απαιτώ στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zahteva, naloga
απαιτώ στα σλοβενική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pitati, problem, zadatak, zahtjev
απαιτώ στα κροατικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: detyrë, punë, kërkesë
απαιτώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: uždavinys, paklausa, prašymas, reikalavimas
απαιτώ στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: sarcină
απαιτώ στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

απαιτώ συνώνυμα, απαιτώ in english, απαιτώ συνώνυμο, απαιτώ μετάφραση, απαιτώ απαιτείς