lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: απαγορεύω

Λεξικό: αγγλικά απαγορεύω
Μεταφράσεις: ban, forbid, interdict, prohibit, disqualify, suppress, taboo, contaminate, infect, poison, bar, debar, disallow, forbidden, proclaim, proscribe, veto
απαγορεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: zakázat, zakazovat, zapovědět, bránit, zabraňovat
απαγορεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: verbieten, wehren, anstecken, untersagen
απαγορεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forbi, forbyde
απαγορεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: negar, privar, prohibir, vedar, apestar, contagiar, enconar, infectar, cohibir
απαγορεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: défendre, dénier, interdire, prohiber, contaminer, infecter
απαγορεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: proibire, vietare
απαγορεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forby
απαγορεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: воспрещать, запрещать, претить, запретить, заражать, инфицировать
απαγορεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förbjuda
απαγορεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndaloj
απαγορεύω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абараняць, забараняць, заражаць
απαγορεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: keelama
απαγορεύω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kieltää
απαγορεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: zabraniti
απαγορεύω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megtiltani
απαγορεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: privar, proibir, vedar, aprestar, contagiar, infectar
απαγορεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zakázať
απαγορεύω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: адвокатура, бар, брусок, буфет, гальмувати, забалотувати, заборонити, забороніть, забороняти, загальмувати, затримати, затримувати, зливок, перегороджувати, перегородити, перешкоджати, перешкодити, плитка, подавити, подавляти, придушити, придушувати, проголосити, проголосіть, проголошувати, смуга, стримати, стримувати, виразка, забрудніть, заражати
απαγορεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zabraniać, zakazać, zakazywać
απαγορεύω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

απαγορεύω συνώνυμο, απαγορεύω english, απαγορεύω συνώνυμα, απαγορεύω στα αγγλικά, αγορεύω κλίση, απαγορεύω αρχαια, απαγορεύω στα γαλλικά, απαγορεύω μεταφραση